Βιβλιοθήκη της «Ελευθεροτυπίας»

Μαΐου 31, 2007

Η ποίηση στη ζωή μας

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 3:24 μμ

Τι ρόλο παίζει η ποίηση στη ζωή μας; Φέτος γιορτάζονται δύο μεγάλοι έλληνες ποιητές: ο Διονύσιος Σολωμός και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Γενεές επί γενεών φιλολόγων και κριτικών έχουν απασχοληθεί με τον Σολωμό ενώ την τελευταία δεκαετία μεγάλο κριτικό  ενδιαφέρον συγκεντρώνει και ο Εγγονόπουλος, που έγινε στην εποχή του αντικείμενο ανελέητης χλεύης. Αυτά, όμως, είναι για τη φιλολογία και την κριτική. Παίζουν, άραγε, ο Σολωμός και ο Εγγονόπουλος κάποιον ρόλο στην αναγνωστική μας καθημερινότητα; Μας λένε κάτι οι αφίσες που έχει αναρτήσει σε πολλά σημεία της πόλης το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με στίχους του Εγγονόπουλου; Κι ακόμη, μπορούμε ή δοκιμάζουμε να ακούσουμε σήμερα την εξαίσια μουσική η οποία πηγάζει από τον λυρισμό του Σολωμού ή θέλουμε να ανταποκριθούμε στο ευφρόσυνο παιχνίδι ήχων και χρωμάτων το οποίο παράγουν οι στίχοι του Εγγονόπουλου; Με άλλα λόγια, δίνει (είναι σε θέση να δώσει) κάποια χαρά και ανάταση στη ζωή μας η ποίηση;

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Μαΐου 30, 2007

Η Κάρλα Μπρούνι και οι ποιητές της

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 2:44 μμ

Εκεί, γύρω στη δεκαετία του ’60, το ελληνικό τραγούδι βάλθηκε να ερωτοτροπεί σοβαρά με την ποίηση, και να την «κατεβάζει» (όπως θα έλεγε ο Θεοδωράκης) στον κόσμο.  Αίφνης, ο νεοέλληνας βρέθηκε να ξέρει απ’ έξω το «Αξιον Εστί» και τον «Επιτάφιο», τον Ελύτη και τον Αναγνωστάκη, ανακαλώντας τους στίχους τους όχι σαν ανάγνωσμα, αλλά σαν ακρόαμα, σαν τραγούδι. Κοντά πενήντα χρόνια αργότερα, και ενώ η τάση της μελοποίησης άκμασε, πέρασε σοβαρή κρίση, παράκμασε και τώρα, σαν να ξαναζωντανεύει δειλά στο έργο κάποιων νεώτερων, πολλή συζήτηση έγινε για τη μουσικότητα και την αυτονομία του ποιητικού λόγου, για τις απώλειες στο πεδίο της μελοποίησης (εκείνη η άνω τελεία στην «Άρνηση» του Σεφέρη – ή αν θέλετε στο «Περιγιάλι το κρυφό» του Μίκη – πόσο μελάνι δεν ξόδεψε), την συσταλτική και περιοριστική εκδοχή που επιβάλλει στον ακροατή η «μουσική ανάγνωση» ενός ποιήματος (η προσωπική ερμηνεία σαν να λέμε) από τον τραγουδοποιό. Πολλά ειπώθηκαν ακόμη και για τις αντιρρήσεις των ίδιων των ποιητών, μ’ όλο που λένε (ή μάλλον λέει ο Μίκης) ότι ο Σεφέρης, παρά τις ενστάσεις του για εκείνη τη χαμένη άνω τελεία, πολύ το είχε χαρεί το «Περιγιάλι» τότε, το μακρινό καλοκαίρι του ’62, όταν οι παραποιημένοι αλλά αναβαπτισμένοι πια μέσα σε μιαν αναντίρρητη λαϊκότητα στίχοι του ακούγονταν σχεδόν παντού. Πολλά γράφτηκαν, επίσης, με τη γνωστή «ανάδελφη» αυταρέσκειά μας, περί της μοναδικότητας (ως ιδέας και ως αποτελέσματος) της ελληνικής μελοποιητικής μανίας. Βέβαια κάθε άλλο παρά μοναδικοί υπήρξαμε – αρκεί να θυμήσουμε το εμβληματικό Les Feuilles mortes του Ζακ Πρεβέρ (που μελοποίησε ο Ζοζέφ Κοσμά και τραγούδησε ο Ύβ Μοντάν ήδη από το 1946 ανάμεσα σε εκατοντάδες παραδείγματα από το γαλλικό τραγούδι, συμπεριλαμβανόμενων και των poets-chansonniers) αλλά και τα ποιήματα του Γέητς που έχουν τραγουδήσει η Τζόνι Μίτσελ και ο Βαν Μόρισον, ή τα ποιήματα του Λόρκα και του Μπάιρον που μελοποίησε ο Λέοναρντ Κοέν. Οι συνθέτες μας βέβαια υπήρξαν καλοί και παραγωγικότατοι – μολονότι πολύ συχνά το ένα χαρακτηριστικό αναιρούσε το άλλο. Ωστόσο, ακόμη αντηχούν μέσα μου τα τραγούδια του «Μεγάλου ερωτικού», σαν ένα κορυφαίο κεφάλαιο του bildungsroman της εφηβικής μου ηλικίας.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, διαβάζοντας μια σχετική δήλωση του Πωλ Μολντούν, του Ιρλανδού ποιητή που το 2003 πήρε το Πούλιτζερ, σε βρετανική εφημερίδα: «Ό, τι επεκτείνει την αίσθησή μας για το τι μπορεί να είναι η ποίηση, ό, τι μας βεβαιώνει ότι το ποίημα δεν είναι ένα επίφοβο αντικείμενο που πρέπει να το κρατάμε προσεκτικά μη σπάσει, ούτε κάτι τρομακτικό που το έγραψαν μερικοί κουραστικοί νεκροί, είναι θετικό», είπε όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει το τελευταίο εγχείρημα της γνωστής μας Carla Bruni. Ο λόγος, φυσικά, είναι για τον καινούργιο της δίσκο «No Promises», όπου η βραχνούτσικη, αισθησιακή, εφευρετική και ενδιαφέρουσα μουσικά πρώην top-model μελοποίησε μεταξύ άλλων, Γέητς, Ώντεν, Έμιλι Ντίκινσον και Κριστίνα Ροσέτι.

Και εδώ είναι το θέμα. Άκουσα τον δίσκο. Δεν μου άρεσε (ενώ ο προηγούμενος Quelqu’ un m’ a dit, σε δικούς της στίχους και μουσική δεν με είχε αφήσει αδιάφορη). Η μουσική π.χ. με την οποία η Κάρλα Μπρούνι έντυσε το ποίημα του Ώντεν «Lady Weeping at the Crossroads» (παραμπιπτόντως το έχει μελοποιήσει και ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν) με προκάλεσε να διακρίνω ανησυχητική φθορά, τόσο κριτηρίων, όσο και γούστου… Το ίδιο θα’ λεγα και για το υπέροχο ποίημα της Κριστίνα Ροσέτι. Kι ενώ η φωνούλα της μπορεί να είναι λιγοστή αλλά όμορφη, θυμίζοντας, καθώς έγραψαν, τη Μαριάν Φέιθφουλ στα νιάτα της, τα τραγούδια είναι λιγοστά και τίποτ’ άλλο. Μονάχα στην Ντόροθι Πάρκερ κάτι καταφέρνει… Αλλά θα επανέλθω, με περισσότερα.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Μαΐου 23, 2007

ΣΕ ΤΙ ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ, ΤΕΛΙΚΑ, ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ;

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 10:22 μμ

      Τα βραβεία χρησιμεύουν, πρώτα απ’ όλα, στους βραβευθέντες. Όχι για να τους εγγράψουν θετικά στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού  (δύσκολα μια τέτοια τιμή, αμφισβητήσιμων κριτηρίων και εφήμερης διάρκειας, γίνεται όχημα καταξίωσης), ούτε για να τους προσπορίσουν υψηλές πωλήσεις (καμιά φορά η κορδέλα με την ένδειξη «κρατικό βραβείο» γύρω από το προς πώλησιν βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει έως και αποτρεπτικά), ούτε, ασφαλώς, για να τους εγκαταστήσουν στον λογοτεχνικό κανόνα (πόσα βραβεία και μαζί και οι κάτοχοί τους δεν τσαλαπατήθηκαν από την επιλήσμονα αφροντισιά της λογοτεχνικής ιστορίας!). Οι κατ’ έτος βραβευόμενοι έχουν ήδη κριθεί, αποτιμηθεί, αξιολογηθεί* δεν περιμένει κανείς την κρατική επίστεψη για να μετρήσει το λογοτεχνικό του ανάστημα. Ωστόσο είναι ένα κάποιο χάδι στην φλογισμένη ψυχή του δημιουργού* μια φιλική χειρονομία, που αν δεν βαραίνει από την αγάπη και τον σεβασμό που ο ίδιος θα λαχταρούσε, έχει, πάντως, τη συμβολική σημασία της. Και επιπλέον, ας μη το ξεχνάμε αυτό, το (έστω και μικρό) οικονομικό της αντίκρισμα.               Τα βραβεία χρησιμεύουν, κατά δεύτερο λόγο, στους παροικούντας την λογοτεχνική Ιερουσαλήμ. Ανοίγουν ένα ευρύ πεδίο διαφωνιών, αμφισβητήσεων, καυγάδων, που αναταράζει τα στεκάμενα νερά της πνευματικής μας ζωής και δίνει στους μετέχοντες την ψευδαίσθηση ότι κάτι, επιτέλους, συμβαίνει, κάτι, επιτέλους διακυβεύεται. Μ’ όλο που τις περισσότερες φορές δεν διακυβεύεται, δυστυχώς, τίποτα. Κρατώ την ελαφρώς κυνική, πλην απολύτως ρεαλιστική ρήση κάποιου, ως εκ της θέσεώς του, φυσικού υποψήφιου: «Τα βραβεία είναι επετηρίδα. Κάποτε έρχεται και η δική σου η σειρά. Αρκεί να έχεις την υπομονή, και να περιμένεις». Όσο για τις περιβόητες διαφωνίες, που πριν από λίγα χρόνια έφτασε να ονομαστούν «συναλλαγή», αυτές είναι, οπωσδήποτε, αναπόφευκτες. Δεν υπάρχει αδιάβλητη, αμιγώς «αντικειμενική» επιτροπή, αφού τα μέλη της είναι άνθρωποι του «σιναφιού» με τις προτιμήσεις και τις απέχθειές τους, τις προκαταλήψεις και τα πάθη τους. Πάντα θα υπάρχουν δυσαρεστημένοι, πάντοτε θα πλανάται, πάνω από την τελική ετυμηγορία, η υποψία δόλου, πιέσεων, αποκλεισμών, «μαγειρεμάτων». Κι ίσως γι’ αυτό, όταν τα ονόματα των τιμησομένων, μέσα στην οίηση της εξουσίας του εκάστοτε βραβευτή, διαρρέουν καιρό πριν από την τελική ψηφοφορία (με αποτέλεσμα από τη μια να επιτείνουν τη γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στις διαδικασίες και από την άλλη να αντιπαραθέτουν προσωπικότητες κάθε άλλο παρά ανταγωνιστικές, εξευτελίζοντάς τες ) η γεύση να είναι τόσο στυφή. Κι ασφαλώς γι’ αυτό, στις ευτυχείς στιγμές που μια βράβευση τηρεί κάποιες προϋποθέσεις ευθυκρισίας και συναντάται με τη γενική συναίνεση, το αίσθημα να είναι τόσο λυτρωτικά ανακουφιστικό.

 Τα βραβεία δεν χρησιμεύουν βέβαια, στο να δώσουν μια καθαρή, αξιολογικά έντιμη εικόνα του λογοτεχνικού μας γίγνεσθαι: οι κριτές αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα σε ό, τι «μας βρίσκεται» κάθε χρόνο, αφού αν τυχόν, εξουθενωμένοι από την πενιχρότητα της παραγωγής, συμφωνήσουν να μην απονείμουν βραβείο, είναι απολύτως βέβαιο πως κάποιοι θα τους εγκαλέσουν για επισφαλή κριτήρια, ή θα τους αποδώσουν πονηρές σκοπιμότητες. Δεν χρησιμεύουν, επίσης, για την αποκατάσταση μιας λογοτεχνικής ηθικής τάξης – αφού το διακύβευμα συχνά ακυρώνεται από την σχετικότητα των κριτηρίων. Δεν χρησιμεύουν, τέλος, στο να κάνουν τη λογοτεχνία μας καλύτερη – τα σπουδαία βιβλία  δεν γεννιούνται από τις προσδοκίες κοτίνων.

Μπορούμε, αν θέλετε, να συζητήσουμε την ισχύ αυτού του κειμένου, που είχε γραφτεί τέσσερα χρόνια πριν. Οι φίλοι που θυμούνται τις τότε κρατικές βραβεύσεις, ελπίζω να δικαιολογήσουν τον αφοριστικό τόνο, που τώρα πια, απεκδύομαι.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ 

               

Μαΐου 16, 2007

ΠΕΡΙ «ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΛΙΣΤΑΣ», ΒΡΑΒΕΥΣΕΩΝ, ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ, 1

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 6:40 μμ

Τα πραγματικά μυθιστορήματα, έγραψε σε μια κριτική του, πριν από εβδομήντα ακριβώς χρόνια,  ο Ώντεν (θα θυμήσουμε εν καιρώ την επέτειο της γέννησής του που γιορτάζεται φέτος σε κάθε αγγλόφωνη χώρα – και θα’ πρεπε να μην την  ξεχνάμε κι εμείς, μια και ο ποιητής υπήρξε ένας από τους θερμότερους εισηγητές της καβαφικής ποίησης στον καιρό του), είναι τόσο σπάνια όσο οι πολικές αρκούδες. Είχε άδικο; Αυτό που ίσχυε το 1937 ισχύει διπλά και τριπλά σήμερα. Στην πλημμυρίδα των νέων εκδόσεων που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία κάθε χρόνο, πλέουν ελάχιστα μπουκάλια με μηνύματα που αξίζει να διαβαστούν.

Μια και μιλάμε για την Αγγλία, θα ήταν ίσως χρήσιμο να δούμε τι επιβίωσε ως τις μέρες μας από εκείνο το μακρινό  1937. Θα επικαλεστώ τον Robert McCrum, προσφιλή μου κριτικό και σχολιογράφο, από τον καιρό που ξεφύλλιζα πολύ πιο τακτικά από σήμερα την Independent. Μας θυμίζει ο McCrum: «Τα χρόνια» της Γουλφ και το «Χόμπιτ» του Τόλκιεν. Μονάχα αυτά. Αλλά αν μπορούσε να ανοίξει κανείς ένα κατάλογο της εποχής, θα έπεφτε πάνω σε άγνωστα σήμερα ονόματα, διάσημα όμως και εμπορικότατα τότε. Σε ονόματα όπως Βίκτορ Σάμσον (Ποιος ήταν αυτός;) Σε τίτλους  όπως «Ζωγραφιστές πεταλούδες» ή  «Μοναχικός δρόμος». Και θα αναρωτιόταν: γιατί άραγε ο Guardian του Μάντσεστερ περιέγραφε κάποιον Τζων Γκλάιντερ ως «μαιτρ του γέλιου»;

Ο κόσμος των βιβλίων δεν καταλαβαίνει από μετριοπάθεια. Ο τρόπος του είναι η υπερβολή και το βασικό του ένστικτο η εξύμνηση. Ποιος άλλος κλάδος της σύγχρονης τέχνης δίνει κάθε χρόνο τόσα βραβεία; Θα απαριθμήσω μονάχα τα της αγγλόφωνης πεζογραφίας (Aventis, Thomas Cook, Orange, Smartie, Samuel Johnson, Trask, Whitbread, Booker, Bad Sex…) αλλά θα θυμήσω ότι κι εμείς αρχίζουμε να ανταγωνιζόμαστε επαξίως τους Βρετανούς (πλην των κρατικών, βραβεία του «Διαβάζω», του «Να ένα μήλο», των «Δεκάτων», της Εταιρείας Μεταφραστών, του ΕΚΕΜΕΛ, εσχάτως…) – η ποικιλία  και η πληθώρα των λογοτεχνικών κότινων σημαίνει πολλά, κυρίως όμως τον θρίαμβο της ελπίδας επί της εμπειρίας. «Η απόσταση ανάμεσα στις ηχηρές αξιώσεις των κύριων βραβείων και την ποιότητα του περιεχομένου τους έχει γίνει τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατον να πάρει κανείς στα σοβαρά τις λίστες των υποψήφιων για βράβευση», έγραφε πρόσφατα ο αγαπητός μου McCrum… Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται να συνεχίσω τις συγκρίσεις.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Μαΐου 14, 2007

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ BLOGS ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 4:38 μμ

O αγαπητός μας Φίλιππος Φιλίππου αναρωτιέται προς τι το blog. Δεν επαρκεί, ρωτάει, ο χώρος της έντυπης «Β» για να αναπτύξουμε τις ιδέες μας, ή μήπως θέλουμε να απευθυνθούμε σε αναγνώστες που δεν διαβάζουν την εφημερίδα και απλώς σερφάρουν στο διαδίκτυο; Η Βιβλιοθήκη ίσως μας φτάνει (χωρίς όμως να μας περισσεύει), αλλά δεν μας δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε με τους αναγνώστες μας. Τόσα χρόνια δημοσιογράφος, πάντοτε ένιωθα πως τα κείμενά μου, με τον εφήμερο χαρακτήρα τους (μικρή είναι η ζωή τους, ένα εικοσιτετράωρο το πολύ, κι αυτή είναι και η ομορφιά τους) είναι ένα μπουκάλι στο πέλαγος, ένα γράμμα με άγνωστο παραλήπτη, από τον οποίο, παρότι απεχθάνομαι τον εγγενή αυταρχισμό του δημοσιολογούντος, στερούσα τη δυνατότητα να απαντήσει (οι «επιστολές αναγνωστών» εδώ και καιρό έχουν καταντήσει φθίνον είδος, μια ενασχόληση για συνταξιούχους με άπλετο χρόνο). Όχι πια. Με το blog είναι σαν να συνομιλούμε απευθείας με φίλους που δεν φανταζόμαστε ότι έχουμε, σαν να διευρύνθηκε ξαφνικά το πεδίο της επικοινωνίας, και μεις να κατακτήσαμε μια καινούργια ελευθερία.

Εξάλλου, άλλο η κριτική στον τύπο και άλλο ο σχολιασμός στα blog. Πιο συστηματική η πρώτη, πιο ελεύθερος ο δεύτερος, όμως εξίσου χρήσιμα και σημαντικά και τα δυο. Το ένα αντανακλά πάνω στο άλλο, το ένα φωτίζει το άλλο, του προσθέτει νέες διαστάσεις και αποχρώσεις. Και προς επίρρωσιν, θα παραθέσω αποσπάσματα από ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή 13 Μαΐου στους Times του Λος Άντζελες, με χαρακτηριστικό τίτλο «Η μάχη των βιβλιοπαρουσιάσεων». Το τι το προκάλεσε θα φανεί στη συνέχεια. Το τι θα προκαλέσει η εδώ δημοσίευσή του, θα φανεί από τα δικά σας σχόλια.

«Όταν πρόσφατα τα μέλη του Κύκλου National Book Critics διαδήλωσαν εναντίον της εφημερίδας της Ατλάντα ‘Journal-Constitution’ διαμαρτυρόμενοι για την απόλυση του υπεύθυνου για τις σελίδες βιβλίου, ένας πόλεμος λέξεων ξέσπασε ανάμεσα στους κριτικούς βιβλίου και τους bloggers που ασχολούνταν με τη λογοτεχνία. Ο καβγάς, που εξελίχθηκε πολύ άσχημα, επεκτάθηκε σε εφημερίδες, περιοδικά και blogs και αφορούσε τις πρόσφατες περικοπές στις σελίδες του βιβλίου (σ.σ. βλ. «Βιβλιοθήκη», Σελίδες του κόσμου, 11/5/2007). Η ευθύνη αποδόθηκε, σε ένα βαθμό, στον πολλαπλασιασμό των blogs που αφορούσαν το βιβλίο.

«Αν ήσουν συγγραφέας, θα ήθελες να δεις μια κριτική για το βιβλίο σου στην Washington Post και στη New York Review of Books ή σε μια ιστοσελίδα που γράφει κάποιος με το ψευδώνυμο ‘NovelGobbler’ ή ‘Biogafriend’;» έγραψε στην Washington Post ο Michael Dirda, κριτικός βραβευμένος με Πούλιτζερ. «Τα ένθετα βιβλίων … παραμένουν ένα φόρουμ όπου οι νέοι τίτλοι λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψη ως έργα τέχνης ή επιχειρηματολογίας και όχι απλώς ως ευκαιρίες για ρηχά τσαλίμια και παραφουσκωμένες ρητορείες».

Ο φιλαναγνώστης blogger Edward Champion ανταπέδωσε τα πυρά, χλευάζοντας την ιδέα ότι μόνο οι έντυπες κριτικές έχουν βαρύτητα: «Δεν υπάρχει πρόβλημα όταν η λογοτεχνική μπλογκόσφαιρα λειτουργεί σαν την αναγνωστική λέσχη της μαμάς μας, δεν υπάρχει πρόβλημα όταν συζητάμε για συγγραφείς και βιβλία και συγκρίνουμε σημειώσεις και σκέψεις πάνω σε ό, τι μας άρεσε, αρκεί να κρατάμε τη θέση μας», έγραψε ο Τσάμπιον, που είναι συγγραφέας και υπεύθυνος του website «The return of the reluctant«. «Το καταλάβατε; Ούτε για μια στιγμή δεν θα έπρεπε να σκεφτούμε ότι εισφέρουμε κάτι περισσότερο εκτός από το να χρησιμεύουμε ως αξεσουάρ στις πραγματικές φιλολογικές συζητήσεις… Θα έπρεπε να αγοράζουμε βιβλία, αλλά ούτε να τολμήσουμε να εκφέρουμε βαθυστόχαστες απόψεις πάνω σ’ αυτά».

Οι αλληλοκατηγορίες έδωσαν και πήραν. Αλλά τώρα πια, κυρίαρχη είναι η αίσθηση ότι οι προστριβές ανάμεσα στα παλιά και στα καινούργια μέσα προβολής του βιβλίου συσκοτίζουν το γεγονός ότι το ένα συμπληρώνει το άλλο. Συχνά βιβλιοκριτικοί «τρέχουν» τα δικά τους blogs ενώ bloggers δημοσιεύουν κριτικές τους σε εφημερίδες (ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Τσάμπιον στους Los Angeles Times). H Maud Newton, που διευθύνει ένα από τα πιο έγκυρα λογοτεχνικά blogs δεν θεωρεί ότι έντυπη και ηλεκτρονική βιβλιοπαρουσίαση λειτουργούν ανταγωνιστικά. «Στ’ αλήθεια πρόκειται για πλασματικό διαχωρισμό, τονίζει και ο Mark Sarvas, διευθυντής του blog «The Elegant Variation» (σ.σ. εξαιρετικό, σας προτείνω να το επισκεφτείτε). «Υπάρχει ένα αχανές οικοσύστημα πληροφορίας με αντικείμενο τα βιβλία και κάθε έκφανσή του χρειάζεται την υποστήριξή μας».

Πράγματι, το οικοσύστημα είναι αχανές. Ειδήσεις, θέματα, κριτικές, κουτσομπολιά για το βιβλίο σε εφημερίδες, σε περιοδικά, ειδικά και μη, σε blogs, στο ραδιόφωνο (πολύ δειλά και στην τηλεόραση), στις αναγνωστικές λέσχες, στα φεστιβάλ βιβλίου, δίνουν και παίρνουν. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το φαινόμενο για την Αμερική, μια χώρα που η κουλτούρα της ευνοεί άλλες μορφές ψυχαγωγίας. Αν οι παραδοσιακές σελίδες βιβλίου των εφημερίδων συρρικνώνονται, το διαδικτυακό σύμπαν γιγαντώνεται. Αυτό καθιστά τους εκδότες των εφημερίδων πιο υπεύθυνους. Δεν τους συμφέρει η περικοπή των σελίδων για το βιβλίο* αν προσωρινά περικόπτουν, αργότερα θα αναγκαστούν να επαναφέρουν τα ένθετα στην προηγούμενη έκτασή τους, αν όχι να τα διευρύνουν περισσότερο.

Και εν τω μεταξύ, οι τόνοι ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές έχουν πέσει. Την επαύριο της διαμάχης τους, Ντίρντα και Τσάμπιον άρχισαν να επικοινωνούν, αναζητώντας ένα πεδίο συνεννόησης.

«Θεωρώ την περικοπή των σελίδων για το βιβλίο στον τύπο ατυχή, έως αξιοθρήνητη εξέλιξη», έγραψε ο Τσάμπιον σε ένα e-mail του προς τους Times. «Επίσης θεωρώ παιδαριώδη τον καβγά ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι φιλαναγνώστες bloggers θα έπρεπε να φροντίζουν περισσότερο τα κείμενά τους* οι εφημερίδες να επιδεικνύουν μεγαλύτερο πάθος και αυθορμητισμό. Τα καλά νέα όμως είναι ότι οι δύο πόλοι προσεγγίζονται».

«Είναι σπουδαίο οι άνθρωποι να εκφράζουν τις απόψεις τους για τα βιβλία που αγαπούν ή μισούν», έγραψε με τη σειρά του ο Ντίρντα. «Το blogging ενθαρρύνει τη ζωντανή λογοτεχνική κουλτούρα, όπως και οι λέσχες ανάγνωσης ή άλλες ομάδες συζήτησης. Όμως εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε την κριτική… Ίσως υπάρξει ένα modus vivendi που θα επιτρέψει και στα δύο είδη λογοτεχνικής συνομιλίας και γνώμης να ανθίσουν. Το ελπίζω».

Το ελπίζουμε κι εμείς, εν αναμονή των σχολίων – ή μήπως των κριτικών; – σας.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

 

 

Μαΐου 11, 2007

MΕ ΓΕΙΑ ΤΟ BLOG!

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 1:08 μμ

Από το τελευταίο τεύχος της «Βιβλιοθήκης», προέρχεται η αναφορά στο ολοκαίνουργο blog μας, που μετράει με χαρά όλο και περισσότερα σχόλια, από μέρα σε μέρα. Όσοι, με την έλευση του διαδικτύου, προφήτεψαν το τέλος της ανάγνωσης, μάλλον διαψεύστηκαν. Διαβάζουμε όλο και περισσότερο και γραφουμε όλο και περισσότερο. Και, για όσους προτιμούν το από οθόνης διάβασμα, αντί άλλου χαιρετισμού, αναδημοσιεύουμε το κείμενο που φιλοξενήθηκε στη στήλη «Λόγου χάριν».

Απέκτησε, λοιπόν, το blog της και η «Βιβλιοθήκη». Ηταν μια ανάγκη που την είχαμε από καιρό αναγνωρίσει – όχι για να προστρέξουμε κι εμείς σε όσα οι καιροί επιτάσσουν, ούτε για να συμμορφωθούμε με τους συρμούς, αποδεικνύοντας την εγρήγορση και την προσαρμοστικότητά μας. Αλλά για να επικοινωνήσουμε πιο ενεργά, άμεσα και διαδραστικά με τους αναγνώστες μας· να τους ακούσουμε και να μας ακούσουν σε έναν ενδεχομένως πιο οικείο, αν όχι προσωπικό, τόνο· να τους αναδεχθούμε ως ίσους σε μια συνομιλία που δεν θα είναι πια νοητική, αλλά πραγματική, έστω και εκτυλισσόμενη στο εικονικό περιβάλλον της μπλογκόσφαιρας. (Μπλογκόσφαιρας; Τι άσχημη λέξη! Αν εισηγούμασταν κάποια καινούρια;)

Το έχω επανειλημμένως γράψει και ομολογήσει: στην αρχή, υπήρξα επιφυλακτική προς το είδος. Και, εν πολλοίς, παραμένω. Περιπλανώμενη ανά τα ιστολόγια, σκόνταψα σε πολλή θολούρα, πολύ σκοτάδι, μεγάλη οίηση, ποταμούς αμετροέπειας και παραπληροφόρησης. Συνάντησα όμως και κείμενα εξαιρετικά. Προσπερνώντας, διαγράφοντας, αφαιρώντας, δεν ήταν λίγες οι φορές που βρέθηκα στην καρδιά μιας διακεκαυμένης επικοινωνιακής ζώνης, στον πυρήνα μιας επείγουσας και γι’ αυτό πειστικής ανάγκης κριτικού σχολιασμού, όπως έγραφα πριν από λίγο καιρό. Διαπίστωσα πως το Διαδίκτυο μπορεί να δώσει νέα ζωή στη λογοτεχνία, νέα δυναμική στις ιδέες. Και κατέληξα πως το «μπλογκοπαιχνίδι» προορίζεται για μεγάλα, ώριμα, κατασταλαγμένα παιδιά. Μονάχα έτσι θα γίνει «σοβαρό», όπως στην πραγματικότητα είναι κάθε παιχνίδι. Και μονάχα έτσι θα αποβάλει όσους το «χαλάνε».

Υπάρχει, βέβαια, η γοητευτική παγίδα της ετερωνυμίας, η αυταπάτη της ελευθερίας, που λανθάνει πίσω από κάθε απόκρυψη ταυτότητας. Η ανωνυμία, όμως, δεν προστατεύει πραγματικά τους ιστολόγους· όπως και να το κάνουμε, δεν είναι λίγο το δημόσιο ξεγύμνωμα. Εκθέτοντας σε κοινή θέα (ή βορά, όπως είχε προσφυέστατα γράψει παλιότερα ο Μισέλ Φάις) σκέψεις και ανησυχίες κρίνονται και αυτοί όπως κι εμείς που υπογράφουμε τα κείμενά μας. Το «δικαίωμα στην αφάνεια» δεν είναι δικαίωμα στην ασημαντολογία, και ο μεταμφιεσμένος σχολιογράφος δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο: κινδυνεύει να λοιδορηθεί, να απομονωθεί, να αναγκαστεί να σωπάσει, αν μπαίνει σε μια συζήτηση αδιαφορώντας για τους όρους της και περιφρονώντας το πλαίσιό της. Οπως ακριβώς συμβαίνει και σε μια συζήτηση ζωντανή.

Οι λίγες μέρες ζωής που μετράει το μπλογκ της «Βιβλιοθήκης» δεν μας επιτρέπουν αποτιμήσεις. Μας δίνουν όμως μια ιδέα για το ποιοι είναι οι αναγνώστες μας, τι θέλουν από μας, πώς αντιλαμβάνονται την επικοινωνία, πώς προσλαμβάνουν τη λογοτεχνία και το παιχνίδι της γραφής. Αντιλαμβανόμαστε πόσο δίκιο είχε ο Μισέλ Φάις (και πάλι) όταν έγραφε: «Οι περισσότεροι bloggers βιώνουν την ανάγνωση σαν την κορυφαία συγγραφική πράξη, εξού και κοινοποιούν με τόσο πάθος την αναγνωστική τους απόλαυση ή δυσφορία. Ο βιβλιόφιλος του Διαδικτύου φαντασιώνεται μιαν αδιαμεσολάβητη, σχεδόν σαρκική σχέση με τα κείμενα (χωρίς να αποζητά την ανάσα του κριτικού, ενίοτε ούτε του ίδιου του συγγραφέα)· είναι ένας φετιχιστής της άυλης σελίδας». Και τους εκτιμάμε γι’ αυτή την ανιδιοτελή, καθαρή σχέση με τα κείμενα και τους συγγραφείς τους.

Περιμένουμε λοιπόν. Πολύ περισσότερα σχόλια, υποδείξεις, ενστάσεις. Απολογούμαστε για την προσώρας φτωχή μας εμφάνιση, που οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι από μας, γραφιάδες που χρησιμοποιούν τον ηλεκτρονικό τους υπολογιστή σε μεγάλο βαθμό ως γραφομηχανή, δεν έχουν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις για να δημιουργήσουν ένα πραγματικά εντυπωσιακό, πλούσιο σε συνδέσεις και δυνατότητες blog. Υποσχόμαστε συνεχή βελτίωση (σαΐνια της τεχνολογίας, αγαπημένοι μας τεχνικοί, μη μας εγκαταλείπετε!). Και καλούμε εσάς, τους αφανείς, αλλά πανταχού παρόντες αναγνώστες μας σε μια σταθερή, ισότιμη, σύστοιχη συμμετοχή. Ετσι, με εσάς και μέσα από σας, θα καταφέρει η «Βιβλιοθήκη» να δει πιο καθαρά το πρόσωπό της.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΣΧΙΝΑ

Μαΐου 10, 2007

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 2:41 μμ

ΠΕΡΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ Ή ΥΠΟ-ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Μικρή μου συμβολή στη συζήτηση περί κριτικής, ένα απόσπασμα από το σατιρικό ολοκαίνουργιο βιβλίο του Νίκου Κουνενή «υποΚριτικά κείμενα» (εκδόσεις ΚΨΜ) – όπου ο συγγραφέας παρωδεί με αμίμητο κέφι φαιδρές και παράλογες όψεις της πραγματικότητας, και όχι μόνο της καλλιτεχνικής. Κρίνοντας «εμβριθώς και με τον δέοντα προς τις περιστάσεις σκωπτικό σεβασμό» στομφώδεις και άλογες εκδοχές της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, της γλυπτικής, της δειπνοσοφίας, του τραγουδιού, του ποδοσφαίρου και της τηλεοπτικής ενημέρωσης, καταφέρνει να μας ταρακουνήσει δεόντως – και όχι μόνο από τα γέλια.

Παραθέτω λοιπόν λίγες παραγράφους από το πρώτο κείμενο του βιβλίου του, με τίτλο «Ελληνικά UFO στην προϊστορική Γη». Ο Κουνενής κρίνει ένα βιβλίο που δεν υπάρχει, αλλά αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα δεκάδων παρόμοιων, τηλεοπτικά διαφημιζόμενων και συστηματικά αγοραζόμενων. Ο νοών νοείτω. Ιδού:

Τιμολέων Ευθύβουλος: Από τον πλανήτη M.U.F.A. 236 μέχρι τον Ιερό Βράχο: Η ελληνική Οδύσσεια του διαστήματος, τόμος πρώτος, εκδόσεις Πυρίμαχος, σελ. 547

«Ο πρώτος τόμος του δωδέκατου και πλέον άρτιου μέχρι στιγμής έργου του αυτοδίδακτου ερευνητή (γεν.1959) αποδεικνύει πλέον οριστικά και με ατράνταχτα επιχειρήματα τη θέση του συγγραφέα ότι οι Έλληνες προέρχονται από το διάστημα και δη από έναν άγνωστο, μέχρι πρότινος, πλανήτη. Το όνομα του τελευταίου ο Τιμολέων Ευθύβουλος το εντόπισε σε ενεπίγραφη στήλη που ανακαλύφθηκε στα θεμέλια του ερειπίου ενός πέτρινου σπιτιού, σε χωριό της ορεινής Ηλείας. Οι «λατινικοί» χαρακτήρες και ο «αραβικός» αριθμός της στήλης δεν είναι τίποτα περισσότερο από σύμβολα περίπλοκων μυστικών κωδίκων. Τους εν λόγω κώδικες οι Έλληνες τους χρησιμοποιούσαν ήδη 3,33 εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας, όπως απέδειξε σε προγενέστερα έργα του αυτός ο ακάματος και οξυδερκής ερευνητής. Πολύ αργότερα, δευτερεύοντες και τριτεύοντες λαοί της Γης οικειοποιήθηκαν τα προαναφερθέντα σύμβολα γραφής και αρίθμησης, εμφανίζοντάς τα σαν δικές τους επινοήσεις και αλλοιώνοντας έτσι βάναυσα, αλλά δυστυχώς αποτελεσματικά, την Παγκόσμια Ιστορία.

Σύμφωνα με τα τεκμήρια που παρατίθενται εν αφθονία, οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στον πλανήτη Γη με εννέα διαστημικά σκάφη, που έφεραν τα ονόματα των γνωστών μας Μουσών. Βάσει στοιχείων που ο Ευθύβουλος δεν έχει ακόμα δημοσιοποιήσει, οι Μούσες μνημονεύονται ήδη στα αρχεία της μακρινής μητέρας-πατρίδας, τέσσερα περίπου εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας. Η άφιξη των διαστημικών Ελλήνων στη Γη δεν ταυτίζεται βεβαίως με αυτή τη χρονική περίοδο αλλά είναι σαφώς μεταγενέστερη: τα διαστημόπλοια τύπου «Περσέας-Ανδρομέδα ΙΙ» , που ταξίδευαν με ταχύτητα οκταπλάσια αυτής του φωτός, κατασκευάστηκαν ένα περίπου εκατομμύριο χρόνια αργότερα, ενώ το ταξίδι προς τη Γη, με τα προηγμένα μετακοσμόπλοια «Κρόνος και τέκνα ΙV» , έγινε αρκετά αργότερα, σε χρονολογία που ο ερευνητής δεν είχε ακόμα προσδιορίσει με ακρίβεια. Αυτό για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι ότι καθένα από τα διαστημικά οχήματα μετέφερε στον πλανήτη μας 4.180 ανθρώπους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, πράγμα που σημαίνει ότι ο συνολικός αριθμός των αποίκων ήταν: 9Χ4.180=31.620/ Σύμφωνα με τα στοιχεία του Τιμολέοντος Ευθυβούλου, της αποστολής ηγείτο δωδεκαμελές Ανώτατο Συμβούλιο, με επικεφαλής τον Ζώη. Και ο πλέον δύσπιστος ιστορικός δεν μπορεί να μην αντιληφθεί τη στενή σχέση του ονόματος με το «μυθικό» όνομα Ζευς«.

Για τη συνέχεια μπορείτε να ανατρέξετε στο βιβλίο. Αξίζει τον κόπο.

Κατερίνα Σχινά

Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΣΗΜΕΡΑ

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 2:23 μμ

Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη. Ως μυθιστοριογράφος, ο Καζαντζάκης γνώρισε τεράστια επιτυχία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ταυτοχρόνως, όμως, δέχτηκε πολύ σοβαρές επικρίσεις για το πομπώδες γλωσσικό του ύφος και για τους επικούς του χαρακτήρες, που θεωρήθηκαν μονοκόμματοι και διδακτικοί. Πώς, άραγε, διαβάζουν τον Καζαντζάκη σήμερα οι νεώτεροι, αλλά και οι παλαιότεροι και κατά πόσο πιστεύουν ότι εξακολουθεί να παραμένει ζωντανή η πεζογραφία του;

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Blog στο WordPress.com.