Βιβλιοθήκη της «Ελευθεροτυπίας»

Μαΐου 16, 2007

ΠΕΡΙ «ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΛΙΣΤΑΣ», ΒΡΑΒΕΥΣΕΩΝ, ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ, 1

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 6:40 μμ

Τα πραγματικά μυθιστορήματα, έγραψε σε μια κριτική του, πριν από εβδομήντα ακριβώς χρόνια,  ο Ώντεν (θα θυμήσουμε εν καιρώ την επέτειο της γέννησής του που γιορτάζεται φέτος σε κάθε αγγλόφωνη χώρα – και θα’ πρεπε να μην την  ξεχνάμε κι εμείς, μια και ο ποιητής υπήρξε ένας από τους θερμότερους εισηγητές της καβαφικής ποίησης στον καιρό του), είναι τόσο σπάνια όσο οι πολικές αρκούδες. Είχε άδικο; Αυτό που ίσχυε το 1937 ισχύει διπλά και τριπλά σήμερα. Στην πλημμυρίδα των νέων εκδόσεων που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία κάθε χρόνο, πλέουν ελάχιστα μπουκάλια με μηνύματα που αξίζει να διαβαστούν.

Μια και μιλάμε για την Αγγλία, θα ήταν ίσως χρήσιμο να δούμε τι επιβίωσε ως τις μέρες μας από εκείνο το μακρινό  1937. Θα επικαλεστώ τον Robert McCrum, προσφιλή μου κριτικό και σχολιογράφο, από τον καιρό που ξεφύλλιζα πολύ πιο τακτικά από σήμερα την Independent. Μας θυμίζει ο McCrum: «Τα χρόνια» της Γουλφ και το «Χόμπιτ» του Τόλκιεν. Μονάχα αυτά. Αλλά αν μπορούσε να ανοίξει κανείς ένα κατάλογο της εποχής, θα έπεφτε πάνω σε άγνωστα σήμερα ονόματα, διάσημα όμως και εμπορικότατα τότε. Σε ονόματα όπως Βίκτορ Σάμσον (Ποιος ήταν αυτός;) Σε τίτλους  όπως «Ζωγραφιστές πεταλούδες» ή  «Μοναχικός δρόμος». Και θα αναρωτιόταν: γιατί άραγε ο Guardian του Μάντσεστερ περιέγραφε κάποιον Τζων Γκλάιντερ ως «μαιτρ του γέλιου»;

Ο κόσμος των βιβλίων δεν καταλαβαίνει από μετριοπάθεια. Ο τρόπος του είναι η υπερβολή και το βασικό του ένστικτο η εξύμνηση. Ποιος άλλος κλάδος της σύγχρονης τέχνης δίνει κάθε χρόνο τόσα βραβεία; Θα απαριθμήσω μονάχα τα της αγγλόφωνης πεζογραφίας (Aventis, Thomas Cook, Orange, Smartie, Samuel Johnson, Trask, Whitbread, Booker, Bad Sex…) αλλά θα θυμήσω ότι κι εμείς αρχίζουμε να ανταγωνιζόμαστε επαξίως τους Βρετανούς (πλην των κρατικών, βραβεία του «Διαβάζω», του «Να ένα μήλο», των «Δεκάτων», της Εταιρείας Μεταφραστών, του ΕΚΕΜΕΛ, εσχάτως…) – η ποικιλία  και η πληθώρα των λογοτεχνικών κότινων σημαίνει πολλά, κυρίως όμως τον θρίαμβο της ελπίδας επί της εμπειρίας. «Η απόσταση ανάμεσα στις ηχηρές αξιώσεις των κύριων βραβείων και την ποιότητα του περιεχομένου τους έχει γίνει τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατον να πάρει κανείς στα σοβαρά τις λίστες των υποψήφιων για βράβευση», έγραφε πρόσφατα ο αγαπητός μου McCrum… Δεν ξέρω αν μου επιτρέπεται να συνεχίσω τις συγκρίσεις.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Advertisements

24 Σχόλια »

  1. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε πιστεύω άνετα κάποιες συγκρίσεις με τα ωραία αυτά βραβεία αν φανταζόμασταν το αναγνωστικό κοινό να αναπτύσσεται παράλληλα με τα βραβεία στη χώρα μας. Ίσως απλά αυτό να σκοπεύει.

    Συγχαρητήρια και καλό ξεκίνημα στο μπλογκ σας.

    Σχόλιο από druqbar — Μαΐου 17, 2007 @ 3:49 πμ | Απάντηση

  2. καλωσηρθατε!!!

    Σχόλιο από etalon — Μαΐου 17, 2007 @ 8:28 πμ | Απάντηση

  3. Μα το γράψατε ήδη, κυρία Σχινά (μήπως να σας αποκαλώ με το μικρό σας;)»Τρόπος του είναι η υπερβολή και βασικό του ένστικτο η εξύμνηση». Δεν πιστεύω πως η λογοτεχνική μας πιάτσα χωράει τόσα βραβεία. Σίγουρα είναι καλό να βραβεύεται κάποιος, αλλά δεν υπάρχει πάντα κάποιος άξιος να βραβευτεί. Πόσο θα ήθελα, μια τουλάχιστον χρονιά, να διάβαζα ότι «βραβείο δεν δόθηκε»! Θα με έπειθε, κάπως, για την αξιοπιστία του συγκεκριμένου «κότινου», όπως τον λέτε και σεις. Με τόσα βαβεία που δίνονται ετησίως, θα έλεγε κανείς πως έχουμε πήξει στα αριστουργήματα.

    Σχόλιο από pim — Μαΐου 17, 2007 @ 1:47 μμ | Απάντηση

  4. αγαπητή κυρία σχινά,

    (συγχωρήστε μου τον οίστρο, αν τα όσα σκοπεύω με ειλικρινή απορία να σας υποβάλω ως ερώτημα σας φανούν μολαταύτα οιστρήλατα)

    καθώς το θεωρητικό δισάκι μου είναι σκωροφαγωμένο κι εν πολλοίς αδειανό, ζητώ να με διαφωτίσετε σε κάτι.

    γίνεται λόγος, στις μέρες μας, και με σοβαρή διάθεση, για το κατά πόσον η πεζογραφία που γράφεται ή/και εκδίδεται συνάδει (ή έστω θα όφειλε να συνάδει) με κάτι άλλο πλην του προσωπικού γούστου – και τελικώς, της τέρψης – του εκάστοτε αναγνώστη της;

    δοκούν – ρωτώ με ειλικρινή απορία – οι συγγραφείς ή οι κρίνοντες το συγγραφικό των έργο, πως μπορεί, πέραν της προσφοράς ή μη απόλαυσης, να προσφέρουν κάτι περισσότερο στο κοινό τους;

    και ρωτώ γιατί: αν το κοινό, ζωσμένο απ’την αστάθεια/απελπισία/βιασύνη των καιρών μας, έχει στρέψει τις ελπίδες του σε ό,τι αφορά την αυτοπραγμάτωση/αυτοβελτίωση/κοινωνική ή άλλη εξύψωσή του στους άγνωστους στο ίδιο (όπως και δαύτο είναι άγνωστο σ’αυτούς) μυθιστοριογράφους – τότε μιλούμε μάλλον για παραφροσύνη εκατέρωθεν.

    αλλά ακόμη κι αν η αναφορά της άποψης του απολαυστικού ώντεν έχει να κάνει με ζητήματα πιο ταπεινά από την πορεία του ανθρώπου προς το (ανύπαρκτο) ιδεατό του – ακόμα και τότε, υπήρξε ποτέ ή υπάρχει και τώρα κανείς που να θεωρεί πως οι λέξεις ή/και η ορθή τους τοποθέτηση προς επίτευξιν χάρης, καλλιέπειας, δόμησης πλοκής ή εμβάθυνσης σε θεωρητικές/αφαιρετικές σφαίρες της σκέψης περνά μέσα από συγκεκριμένη, αναπόδραστη οδό;

    ίσως είναι ολότελα τετριμμένα και μυριοειπωμένα αυτά που σας ρωτώ.

    όμως το μυαλό μου έπηξε μετά το σκυλορέζιλο του κρατικού καπιταλισμού, και πήζει ακόμα βλέποντας το φόβο να απλώνεται και τους ανθρώπους να οχυρώνονται στις ιδιωτικές τους απολαύσεις, στην γλυκειά και διόλου μεμπτή ασφάλεια της κατανάλωσης και του αυτοπροσδιορισμού που αυτή μερικώς επιφέρει, καθώς και – οι πλέον τυχεροί, ή μπορεί και οι πλέον άτυχοι – στους μέσα κόσμους που τους ανοίγουν οι πεζογράφοι ή/και άλλοι δημιουργοί της αρεσκείας τους.

    από ποιά θέση ακριβώς και για ποιό λόγο κρίνουμε το μέσον της χαράς τους;

    Σχόλιο από a.c. — Μαΐου 17, 2007 @ 2:40 μμ | Απάντηση

  5. Αγαπητέ μου a.c. Γνωρίζετε πολλές ηδονές και απολαύσεις που να μην προϋποθέτουν διαβατικές τελετές; Προσωπικώς, θα ήμουν η τελευταία που θα διεκδικούσα, βέβαια, ρόλο μύστη, όπως και η τελευταία που θα αξιολογούσα ή θα ταξινομούσα «ιδιωτικές απολαύσεις» – αν περί αυτού και μόνον πρόκειται. Όσο για το «από ποια θέση και για ποιο λόγο κρίνουμε το μέσον της χαράς τους», για να μιλήσω και πάλι προσωπικά, διόλου δεν «κρίνουμε». Μιλάμε απλώς για τα «μέσα», όπως τα λέτε, που μας έδωσαν εμάς χαρά, προσπαθούμε να δώσουμε σ’ αυτή τη χαρά όνομα και, ίσως, να τη μοιραστούμε. Όπως, ενδεχομένως, και τη δυσφορία μας. Το ζήτημα των κριτηρίων είναι τεράστιο και η οδός προς τη διαμόρφωσή τους, δεν είναι σε καμία περίπτωση μονής κατεύθυνσης, ούτε, ασφαλώς, «συγκριμένη και αναπόδραστη». Αν πίστευα κάτι τέτοιο θα είχα υπάρξει, τουλάχιστον στα νιάτα μου, θιασώτης ενός, τουλάχιστον, «-ισμού» – και δεν υπήρξα. Ανέπτυξα, βέβαια, με τον καιρό, μιαν αλλεργία προς τις νερωμένες «απολαύσεις» – μου το επιτρέπετε;
    Αυτά, εκ του προχείρου, και, αν θέλετε, επανερχόμαστε.

    Σχόλιο από Κατερίνα Σχινά — Μαΐου 17, 2007 @ 4:21 μμ | Απάντηση

  6. Με τέτοια και με εκείνα, αγαπητέ a.c. πήξαμε στη «θηλυκή λογοτεχνία» και στις εξομολογήσεις ψυχών διψασμένων για έρωτα και «κατανόηση». Ξέρετε πόση απόλαυση δίνουν κάτι τέτοια; Μιλάνε οι αριθμοί. Μην αρχίζουμε πάλι τα γνωστά ημι-φασιστικά «αφού τα θέλει ο κόσμος». Το τι και το πώς «τα θέλει ο κόσμος» γνωρίζουμε πολύ καλά πώς διαμορφώνεται.

    Σχόλιο από elias — Μαΐου 17, 2007 @ 4:26 μμ | Απάντηση

  7. Τελικά, μου φαίνεται πως ξαναρχίσαμε να μιλάμε για την κριτική… Σας παραπέμπω στην απάντησή μου στον Β.Χ. πριν από λίγες μέρες και σας επαναλαμβάνω ότι εγώ τη θέλω και τη χρειάζομαι την κριτική, σαν οδηγό, ή σαν φίλο στο αναγνωστικό μου ταξίδι. Δεν την θεοποιώ, ούτε όμως την κατακρίνω.

    Σχόλιο από Matina Irioti — Μαΐου 17, 2007 @ 6:08 μμ | Απάντηση

  8. αγαπητή κατερίνα (επιτρέψτε μου το μικρό όνομα, είναι το αγαπημένο μου),

    σας ευχαριστώ για την εμβρίθεια της απόκρισής σας. με κάνατε να νιώσω βιαστικός στην διατύπωση της ερώτησής μου, κι αυτό είναι σημάδι ωφέλιμο.

    για τους συναναγνώστες, δεν κατέκρινα. απόρησα. και ως χείρα βοηθείας, αλλοίμονο – κι εγώ, στη μονήρη σαλονίκη των παιδικών μου χρόνων, είχα χρίσει τον χατζιδάκι οδηγό μου στον έλιοτ, στον ζενέ και σε τόσους άλλους.

    ελπίζω όταν επανέλθω να μην είμαι τόσο γενικόλογος. ευχαριστώ και πάλι.

    Σχόλιο από a.c. — Μαΐου 17, 2007 @ 7:11 μμ | Απάντηση

  9. Πολλά βραβεία, περισσότερα βιβλία για τόσους λίγους αναγνώστες.

    Σχόλιο από doratsirka — Μαΐου 19, 2007 @ 4:28 μμ | Απάντηση

  10. Θεωρώ ότι τα βραβεία τότε μόνον έχουν νόημα όταν βοηθάνε τους συγγραφείς και το κοινό. Άρα θα έπρεπε να δίνονται μόνο στους πρωτοεμφανζόμενους ή τους περιθωριακούς και λησμονημένους. Τι νόημα έχει να βραβευθεί ένας γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας – τι του προσθέτει ένα βραβείο; Ούτε καν αναγνώστες!

    Σχόλιο από Nikos Dimou — Μαΐου 19, 2007 @ 8:47 μμ | Απάντηση

  11. Αγαπητέ κύριε Δήμου, δεν του προσθέτει αναγνώστες, του προσφέρει όμως κύρος. Εξού και ο διαγκωνισμός λίγο πριν το τέλος. Ξέρετε, νομίζω, καλύτερα από εμάς τους νεώτερους, πόσες πιέσεις δέχονται οι κατά καιρούς επιτροπές, καθώς επίσης και ότι κατά καιρούς βραβεύουν με βάση μια οιονεί «επετηρίδα». Έτσι δεν ειναι; Και μας, τους αναγνώστες, μας επηρεάζει λίγο η κορδέλα, το παραδεχόμαστε. Παρόλο που τις περισσότερες φορές μας διαψεύδει…

    Σχόλιο από Matina Irioti — Μαΐου 20, 2007 @ 2:09 μμ | Απάντηση

  12. φίλε Αύγουστε το θέμα δεν είναι η πεζογραφία να συνάδει με «κάτι» η αν «διαμορφώνει συνειδήσεις», (τελειωμένα αυτά ευτυχώς) αλλά να εργάζεται ένδον, να εξορύσσει το ήδη υπάρχον και να το φωτίζει πλαγίως, ευθέως, οριζόντιως καθέτως η και μη ευκλειδίως. Διαλέχτε. Another way to see που ελεγε η Εμιλι Ντ.

    Εννοείται πως η πεζογραφία δεν διέρχεται εκ μιας μονής οδού. Η «τελετή» του περάσματος του (αφηγηματικού) ποταμού συνιστά την απόλαυση κατά τη γνώμη μου. Άλλος βουτάει, άλλος φτιάχνει γέφυρες κι άλλος «περπατά επί των υδάτων». Το νερό πάντα ίδιο και αλλιώτικο. Στην απέναντι όχθη, κέρδη και ζημίες.

    ΥΓ> «αναβει» με πολυ ενδιαφερον το μπλογκ

    Σχόλιο από Alexis Stamatis — Μαΐου 20, 2007 @ 7:05 μμ | Απάντηση

  13. Ένας καταξιωμένος συγγραφέας υποτίθεται πως έχει κύρος (φυσικά αυτό δεν χορταίνεται). Αλλά δεν με ενδιαφέρουν οι ανάγκες των καταξιωμένων. Γι αυτούς τα βραβεία είναι πολυτέλεια. Με ενδιαφέρουν οι ανάγκες του κοινού – να γνωρίσει κάτι καινούργιο – και των νέων συγγραφέων: να βρούν το κοινό τους.

    Μόνο τότε τα βραβεία εκπληρώνουν ένα κοινωνικό και παιδευτικό ρόλο και δεν είναι λιλιά και παράσημα.

    Σχόλιο από Nikos Dimou — Μαΐου 20, 2007 @ 9:03 μμ | Απάντηση

  14. Έπανερχόμενοι στο θέμα των λογοτεχνικών βραβείων κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι βιβλία προς βράβευση υπάρχουν, άξιες επιτροπές σχηματίζονται από γνώστες της λογοτεχνίας, νέα βραβεία θεσπίζονται, χορηγοί έχουν αρχίσει σιγά σιγά να κάνουν την εμφάνισή τους, η κινητικότητα στον χώρο είναι μεγάλη. Κάπου ανάμεσα σ’ όλα αυτά μοιάζει να χάνεται το παιχνίδι καθώς τα βραβευμένα βιβλία συνηθέστατα δεν συναντούν τους αναγνώστες. Σίγουρα σ’ αυτό δεν θα υπερθεματίσω της άποψης ότι φταίνε τα βιβλία. Αλλά και ούτε μπορώ να κατηγορήσω τους αναγνώστες που δεν επείσθησαν. Η καχυποψία εξακολουθεί να χρωματίζει τις επιλογές των κριτών. Ίδιον του τόπου; Του χώρου; Και των δύο; Το μεγάλο ζητούμενο ίσως είναι «όχι και άλλα βραβεία» αλλά «εγκυρότητα στον θεσμό των βραβείων». Η πληθώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αντιστρόφως ανάλογη. Αλλά ίσως αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει από μια κρατική πολιτική περί του βιβλίου που να επεκτείνεται και στον θεσμό των βραβεύσεων. Έτσι κι αλλιώς είμαστε εν αναμονή.

    Σχόλιο από Λεία Βιτάλη — Μαΐου 20, 2007 @ 9:08 μμ | Απάντηση

  15. μιλώντας για βραβεία,

    θα διαφωνήσω με τον κο. δήμου. διψάνε για δαύτα κι οι καταξιωμένοι όπως κι οι πρωτόβγαλτοι. αν είχαμε ένα φιντ στο μυαλό του σαραμάγκου, ίσως να βλέπαμε λαχτάρα και για το – φευ, ανέφικτο – δεύτερο νομπέλ.

    η ορμή κι η λαχτάρα και το μεγαλείο δεν είναι καταστάσεις αυτότροφες σαν τη φωτοσύνθεση. δεν αρκεί η λάμψη κι η αίγλη κι η περηφάνεια. χρειάζεται και ξένο σώμα ο μύκητας-συγγραφέας, να κολλήσει πάνω του και να φουντώσει.

    ακόμα κι ο μπέκετ που μοίρασε τα λεφτά, κι ο σαρτρ που τ’αρνήθηκε. το λαχταράγαν. ακόμα κι ο κάφκα, που δεν τα’καψε μόνος του αλλά έβαλε ντεμέκ τον κολλητό του, κι ο πεσσόα πιθανώς να ονειρευόταν ότι οι σουηδοί του υφαρπάζουν το μπαούλο, (για τον μπόρχες τί να πούμε που δεν είχε αφήσει δημόσιο βήμα που να μην το κάνει νομπελόβημα, δώσε και μένα μπάρμπα), κι ο καβάφης που δεν υπήρχε περίπτωση διότι ήτο ακόμη αγνωστότατος. κι ο φρόυντ, και πολλοί-πολλοί άλλοι, που τίποτε η λαχτάρα τους αυτή δεν αφαιρεί απ’την αξία τους.

    κι η ντίκινσον, αλέξη μου, δεν τα’γραφε για το λοξό φωτισμό. δεν μάτωνε τα χέρια της να τα δένει με κλωστές για την ‘άλλη’ ματιά. για το μπράβο δίψαγε η φουκαριάρα, που δεν της δόθηκε ποτέ. this is my letter to the world, που δεν της απήντησε ποτέ ο κερατάς ο κόσμος ως όφειλε. κι ίσως ακόμα-ακόμα να’γραφε για το cleaving in her mind/as if her brain had split.

    τα νήματα του χυμένου μας μυαλού πολεμάμε να ξαναράψουμε, άσκοπα, ιδιωτική υπόθεση είναι εν πολλοίς η γραφή – άλλο αν το εμβαδόν και το διακύβευμά της μεγεθύνονται μοιραία -, οπότε και γέροι και νιοί το ποθούνε το βραβείο, και καλόν είναι να τους το απονέμουν οι όποιοι βραβεύοντες χωρίς διακρίσεις.

    Σχόλιο από a.c. — Μαΐου 21, 2007 @ 10:24 πμ | Απάντηση

  16. Ας μη ξεχνάμε βέβαια τη διαφορά ενός Νόμπελ ή ακόμη και του Μπούκερ και των άλλων γνωστών βραβείων από τα εγχώρια, αγαπητέ Αύγουστε (διαλέξατε να έχετε το όνομα που κι εγώ έχω διαλέξει για τον γιο μου). Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλήσουμε με το χέρι στην καρδιά για αδιαβλητότητα στις επιλογές (έχουν ακουστεί υπαινιγμοί) αλλά για εγκυρότητα, φήμη, αποδοχή από τους αναγνώστες κλπ, νόμίζω δεν υπάρχει σύγκριση. Φυσικά ο πόθος της αναγνώρισης υπάρχει πάντα σε κάποια σκοτεινή γωνιά του μυαλού ενός συγγραφέα υποκαθιστώντας την επιβράβευση που δεν ήρθε ίσως στην προσωπική ζωή.

    Σχόλιο από Λεία Βιτάλη — Μαΐου 21, 2007 @ 11:31 πμ | Απάντηση

  17. a. c. μπήκατε στο μυαλό του κάθε συγγραφέα (και των πεθαμένων!) και ερμηνεύσατε τις φιλοδοξίες τους. Επαναλαμβάνω: εμένα δεν με ενδιαφέρει τι θέλουν οι συγγραφείς – με ενδιαφέρει τι προάγει τη σχέση του βιβλίου με τον αναγνώστη, τι αποτελεί κοινωνική και πολιτιστική προσφορά.

    Σχόλιο από Nikos Dimou — Μαΐου 21, 2007 @ 3:25 μμ | Απάντηση

  18. αγαπητέ κε. δήμου

    δε χρειάστηκε να μπω παρά μόνον σε άλλα βιβλία που μιλούνε για δαύτους. ιδίως του μπόρχες ήταν φαντασίωσή του – ο μπουνιουέλ μου’ριξε την πάσα και το τσίμπησα.

    όσο για τις κοινωνικές και πολιτιστικές προσφορές, αν η κοινωνική και ψυχική ευεξία είναι αγαθό που διαθέτουν οι συγγραφείς ιδίως προς πώλησιν, ουαί και αλλοίμονο στους αποστερημένους από τις ευτυχίες ετούτες αναγνώστες.

    ας αφήσουμε τον καταναλωτισμό στην ησυχία του απολύτου μονάρχη που του αρμόζει. το αν και κατά πόσον η βιβλιοκατανάλωση συνιστά πεφωτισμένη του πτυχή θα το διαπιστώσουμε σε μερικές δεκαετίες (που ως τότε, κάτι θα’χει βγει απ’το παιδομάζωμα που πέτυχε η αγία ρόουλινγκ – δίχως το παραμικρό βραβειάκι).

    Σχόλιο από a.c. — Μαΐου 21, 2007 @ 4:57 μμ | Απάντηση

  19. Επειδή δεν μπορώ να πιστέψω πως ο κ. Δήμου εννοεί την πρότασή του για βράβευση περιθωριακών ή λησμονημένων (όλοι, φαντάζομαι, μπορούμε να υποθέσουμε σε τι αδιανόητες -αν όχι και φαιδρές- καταστάσεις θα οδηγούσε κάτι τέτοιο), προσπαθώ να καταλάβω από όσα έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής τι ακριβώς σημαίνει εκείνο το «τα βραβεία πρέπει να βοηθούν το κοινό». Πώς πρέπει να το κάνουν αυτό το βραβεία και με ποιον τρόπο; Ποιους αναγνώστες θα έχουν υπόψη και πώς θα διαγνώσουν τις επιλογές τους προκειμένου να τις βελτιώσουν; Και, τελικά, στο κοινό δεν απευθύνονται ούτως ή άλλως τα βραβεία; Θα πρέπει να τα εξοπλίσουμε προγραμματικά και με έναν εκπαιδευτικό ρόλο;

    Σχόλιο από Βαγέλης Χατζηβασιλείου — Μαΐου 23, 2007 @ 11:32 πμ | Απάντηση

  20. Αγαπητε Βαγγελη, θα μπορουσαμε να συγκρινουμε τα λογοτεχνικά βραβεια με τα αντιστοιχα άλλων τεχνων. Πόσο «βοηθάει το κοινό» το οτι μια ταινια πήρε το βραβειο του Φεστιβαλ,ενα θεατρικο εργο τα βραβειο του Αθηνοραματος, η ένας καλλιτεχνης το βραβείο ΔΕΣΤΕ; το «Γάλα» είχε βρει ηδη το κοινό του, ο «Εντουαρντ» το ιδιο… Βεβαια για ενα πολυ καλο βιβλιο νεας συγγραφεως που βραβευτηκε, μιλαω για τη Δήμητα Κολλιάκου,η διακριση μπορει και να σημαινει ενα άνοιγμα και σε ευρυτερο κοινό που το αξιζει και με το παρταπάνω.
    Το θεμα ειναι οτι πλεον σταδιακα η βιβλιοαγορα στην χώρα μας αρχιζει και συγκλίνει (δειλα δειλα) με τις αλλες προηγμενες ευρωπαικες χωρες, στον χωρο υπαρχει μια τρομερή κινητικότητα και ηταν φυσικο να ακολουθησουν και κινησεις όπως νεα βραβεια, εργαστηρια συγγραφης, λεσχες αναγνωσης. Φυσικα και τα «πραγματικα μυθριστορηματα» ειναι λίγα, αλλά θα παραμεινουν λιγα ειτε υπαρχουν τα βραβεια είτε οχι. Οσο κι αν πασχιζουν οι εμπλεκομενοι στο χωρο να βρουν την συνατγη επιτυχιας ενος βιβλιου, θα φτανουν σε αδιεξοδο. Ευτυχως, οι αναγνωστες, ως δυναμικη, ειναι παντα μπροστα απο το marketing. Κι αυτο ειναι μοναδικό φαινομενο για ενα «προιον», αν θεωρησουμε οτι το βιβλιο εμπιπτει στον χαρακτηρισμο.

    Σχόλιο από Alexis Stamatis — Μαΐου 23, 2007 @ 11:52 πμ | Απάντηση

  21. Με «περιθωριακούς και λησμονημένους» εννούσα ΚΑΛΟΥΣ συγγραφείς που για κάποιο λόγο (έστω κακό μάρκετινγκ) δεν είναι γνωστοί. Όπως άλλωστε και οι νέοι.

    Με άλλα λόγια δεν θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να βραβεύεται το προφανές. Τα βραβεία πρέπει να έχουν έναν αποκαλυπτικό χαρακτήρα, να μας ανοίγουν πόρτες. Σωστά επεσήμανε ο Αλέξης Σταμάτης την βράβευση της Δήμητρας Κολλιάκου – ήταν το μόνο βραβείο που κάτι πρόσθεσε στο τοπίο.

    Σχόλιο από Nikos Dimou — Μαΐου 23, 2007 @ 1:39 μμ | Απάντηση

  22. Συμφωνώ απολύτως με το σκεπτικό του Αλέξη Σταμάτη. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τη λειτουργία των βραβείων θα πρέπει να τα εντάξουμε στο σύστημα των λογοτεχνικών θεσμών, που αρχίζει να αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς και στα καθ’ ημάς – με όλες τις λειτουργίες και τις δυσλειτουργίες του. Συμφωνώ, επίσης, τόσο με τον Αλ. Σταμάτη όσο και με τον Νίκο Δήμου για το βιβλίο της Δήμητρας Κολλιάκου και για τον ρόλο τον οποίο μπορεί να παίξει μια βράβευση σε μια τέτοια περίπτωση. Όσο για τα αριστουργήματα, δεν προκύπτουν κάθε ημέρα ή κατ’έτος ενώ τα βραβεία απονέμονται σε τακτούς χρόνους – υπό αυτή την έννοια, τα βραβεία δεν καλούνται να θεσπίσουν ή να αναγνωρίσουν υψηλές λογοτεχνικές αξίες, αλλά, αντιθέτως, να παίξουν μέσα σε ένα σύστημα μεγάλης κυκλοφορίας ονομάτων και τίτλων και πολλαπλών ανταλλαγών μεταξύ των εκδοτικών προϊόντων.

    Σχόλιο από Βαγέλης Χατζηβασιλείου — Μαΐου 23, 2007 @ 1:59 μμ | Απάντηση

  23. Συμφωνώ με τη βράβευση της Κολλιάκου, είναι νέο πρόσωπο και έχει δώσει δείγματα εξαιρετικής γραφής. Όπως δεν διαφωνώ και με τις άλλες βραβεύσεις αν και δεν είχαν ιδιαίτερη τόλμη. Είπαμε ότι αξιόλογοι έλληνες συγγραφείς υπάρχουν και κριτές επίσης. Η προσπάθεια που θα έπρεπε να γίνει είναι ο ίδιος ο θεσμός των βραβεύσεων να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος και διεισδυτικότητα στο κοινό για να φέρει και απτά αποτελέσματα πλην της ηθικής και όποιας υλικής απολαβής του βραβευμένου συγγραφέα. Είναι το λιγότερο λυπηρό να βλέπεις στα βιβλιοπωλεία υποψήφιους αναγνώστες να αδιαφορούν για τις κόκκινες λωρίδες των βραβευμένων βιβλίων προσπερνώντας τα και να κατευθύνονται προς τις λίστες των ευπώλητων. Δεν είναι κάτι που θα συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά αν κι εμείς οι ίδιοι οι συγγραφείς (βραβευμένοι ή μη βρανευμένοι) δεν πιστέψουμε στον θεσμό των βραβεύσεων, αυτές δεν θα φτάσουν ποτέ στο επίπεδο που ζητάμε. Διαπιστώνω ωστόσο μια στροφή κι αυτό είναι προς όφελος και των βραβείων και των συγγραφέων, κάποια στιγμή θα είναι και προς όφελος του κοινού (δηλαδή των επιλογών του). Πάντα οι αλλαγές διαμορφώνονται από τους ενδιαφερόμενους και κατόπιν αποκτούν τον θεσμικό τους χαρακτήρα.

    Σχόλιο από Λεία Βιτάλη — Μαΐου 23, 2007 @ 8:11 μμ | Απάντηση

  24. Εγώ αλλιώς τα βλέπω τα βραβεία. Σαν ένα δώρο προς το συγγραφέα που πάλεψε ο καημένος με το υλικό του, του’ δωσε μια μορφή, το δούλεψε, το ξαναδούλεψε, βασανίστηκε, ξαναβασανιστηκε, κι ύστερα το αποχωρίστηκε, φαντάζομαι όχι πάντα με ευκολία, σαν να το έριχνε στη ζούγκλα με τα σαρκοβόρα, σίγουρος πως το μερτικό της αγωνίας και της θλίψης θα είναι μάλλον μεγαλύτερο από αυτό της χαράς. Το βραβείο είναι μια παρηγοριά, λοιπόν, μια αναγνώριση του μόχθου και δεν παύει να είναι συχνά τυχαίο, αφού προκύπτει από μια φτηνή λογιστική. Γιατί, αγαπητοί μου φίλοι, θα έλεγα κι εγώ, γιατί η Κολλιάκου (καλή είναι, δε λέω) και όχι η Γιαννακάκη (που είναι τρεις φορές καλύτερη); Αλλά θα είχε μεγάλη σημασία να ήταν αυτή και όχι η άλλη; Και οι δυο το παλέψανε. Ας χαρεί λοιπόν η φετινή τυχερή λίγα ευρω. Γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται. Λίγα ευρώ, ίσα για ένα ταξιδάκι, ένα καινούργιο καναπέ, κάτι τέτοιο. Ένα μικρό δωράκι. Μεγάλο είναι το ταξίδι της συγγραφής και αυτό κανένα βραβείο δεν μπορεί να το αξιολόγήσει.

    Σχόλιο από elias — Μαΐου 23, 2007 @ 10:08 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: