Βιβλιοθήκη της «Ελευθεροτυπίας»

Μαΐου 31, 2007

Η ποίηση στη ζωή μας

Filed under: Uncategorized — vivliothiki @ 3:24 μμ

Τι ρόλο παίζει η ποίηση στη ζωή μας; Φέτος γιορτάζονται δύο μεγάλοι έλληνες ποιητές: ο Διονύσιος Σολωμός και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Γενεές επί γενεών φιλολόγων και κριτικών έχουν απασχοληθεί με τον Σολωμό ενώ την τελευταία δεκαετία μεγάλο κριτικό  ενδιαφέρον συγκεντρώνει και ο Εγγονόπουλος, που έγινε στην εποχή του αντικείμενο ανελέητης χλεύης. Αυτά, όμως, είναι για τη φιλολογία και την κριτική. Παίζουν, άραγε, ο Σολωμός και ο Εγγονόπουλος κάποιον ρόλο στην αναγνωστική μας καθημερινότητα; Μας λένε κάτι οι αφίσες που έχει αναρτήσει σε πολλά σημεία της πόλης το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με στίχους του Εγγονόπουλου; Κι ακόμη, μπορούμε ή δοκιμάζουμε να ακούσουμε σήμερα την εξαίσια μουσική η οποία πηγάζει από τον λυρισμό του Σολωμού ή θέλουμε να ανταποκριθούμε στο ευφρόσυνο παιχνίδι ήχων και χρωμάτων το οποίο παράγουν οι στίχοι του Εγγονόπουλου; Με άλλα λόγια, δίνει (είναι σε θέση να δώσει) κάποια χαρά και ανάταση στη ζωή μας η ποίηση;

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Advertisements

36 Σχόλια »

  1. Αποτελεί πραγματικά ένα ερώτημα ποια είναι θέση και ο ρόλος της ποίησης σ έναν πολιτισμό όπου κυρίως κυριαρχεί η εικόνα και η διαρκής ροή κενού λόγου, μια ακατάσχετη απεραντολία… Μήπως τελικά ζούμε σε μια εποχή «κρίσης του στίχου»; Εκφράζει τελικά η ποίηση, όποια κι αν είναι αυτή, τη σημερινή συναισθηματική διάλυση; Τι θέση αλήθεια έχουν στη ζωή μας όλες αυτές οι επετειακές μέρες (παρεπιπτώντως σήμερα είναι και παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος);

    Σχόλιο από eva — Μαΐου 31, 2007 @ 4:20 μμ | Απάντηση

  2. Εγώ, πάντως, όταν διαβάζω ποίηση καπνίζω…

    Σχόλιο από elias — Μαΐου 31, 2007 @ 7:43 μμ | Απάντηση

  3. Σοβαρά τώρα. Όταν η γλώσσα φθείρεται, μοναδική μας καταφυγή είναι η ποίηση. Τη συναισθηματική διάλυση την εκφράζει απόλυτα η ποίηση, όπως νομίζω εκφράζει και τη πνευματική συγκρότηση. Αλλά έχει κακοπάθει, όχι από τους ποιητές, αλλά από τους χρήστες της. Όχι από τους αναγνώστες, αλλά απ’ αυτούς που την χρησιμοποιούν σαν πρόσχημα, είτε μεγαλοστομίας, είτε κούφιας αμετροέπειας.

    Σχόλιο από elias — Μαΐου 31, 2007 @ 7:46 μμ | Απάντηση

  4. Ο Σολωμός είναι ένας κόσμος. Δεν του ξεφεύγεις. Ο Εγγονόπουλος μια αχαλίνωτη τραγικότητα (γιατί μπορεί να είναι και κωμική). Αναρωτιέμαι, πάντως, πόσοι βράδυναν το βήμα μπροστά σε κάποια από τις ωραίες αφίσες με τα ποιήματά του στο μετρό. Κάποιος, μάλιστα, τόλμησε να διαμαρτυρηθεί (δεν θυμάμαι τώρα πού, αλλά κάπου «προοδευτικά») επειδή δεν τον καταλαβαίνει κι έτσι ενοχλείται που το «δημόσιο χρήμα» σπαταλιέται άσκοπα. Θυμάμαι στην Ολλανδία τοίχους ολόκληρους με ποιήματα, γραμμένα ακόμα και στα ελληνικά(!) Εκεί γιατί δεν διαμαρτύρονται;

    Σχόλιο από pim — Μαΐου 31, 2007 @ 8:27 μμ | Απάντηση

  5. Αγαπητε Βαγγέλη, δυστυχως η ποιηση στις μερες μας ειναι εξορισμένη, είναι σχεδόν πια η ορντινάντσα της λογοτεχνίας. Στα βιβλιοπωλεία είναι σε μια γωνία. Στα ένθετα των εφημερίδων, επίσης. Είμαστε στην εποχή της πεζογραφίας, παρόλο που είμαστε ένα έθνος ποιητών, με δύο Νόμπελ και εθνικό συγγραφέα ποιητή. Σε μια γρηγορη και τόσο επικοινωνιακή εποχή, το «συμπυκωμένο» που εχει η ποιηση από μια άποψη θα περιμενε κανεις να αφορά πολυ. Σ΄ αυτήν την ευθύβολη, συμπυκνωμένη, εποχή που διάγουμε, θα μπορούσε να παίξει έναν ανανεωμένο, σύγχρονο ρόλο. Η διαφορα ωστοσο είναι οτι δεν επικοινωνείς με τον στιχο έτσι «οπτικα» και «βιντεοκλιπάτα». Σε μια ζωη καταιγιστικου μονταζ, οπου πλεον βλεπουμε ανθρωπους να στηνουν καριερες (ακομα και χαρακτηρες) ως προτζεκτ, μια «zipped μεταφυσική», η τέχνη που προσεγγίζει το άρρητο, ίσως δεν εχει τυχη. Ό,τι ταραζει την αφηγηματική «ασφαλεια» του κοινου και τον βγαζει από τον «ψηφιακό Αριστοτελη» που εχει χωνεψει στον DNA του από ταινιες, σιριαλ, βιβλια, δυσκολα προχωρα. Ποίηση φυσικά γράφεται,υπαρχουν και νεα ταλέντα, αλλά όπως λέει και ο Βύρων Λεοντάρης: «Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης / ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει / μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω».

    Ομως επειδή «η έδρα της ευφυίας είναι η καρδιά», παντα ελπιζουμε.

    Σχόλιο από Alexis Stamatis — Ιουνίου 1, 2007 @ 6:30 πμ | Απάντηση

  6. στην απομόνωση χάνει κανείς τον εαυτό του
    ή τον βρίσκει…

    η ποίηση ως στοιχείο της αναγνωστικής μας καθημερινότητας μπορεί να έχει εξοβελιστεί, η ποίηση ως δημιουργική σκέψη και πράξη μπορεί να έχει συρρικνωθεί, η Ποίηση όμως είναι πάντα εκεί έξω, διαγράφει τους κύκλους της και υπάρχει, κραταιά ως αιωνιότητα…

    ο Σολωμός, ο Εγγονόπουλος, ο Ελύτης υπάρχουν γιατί συναντήθηκαν με τον εαυτό τους. το αν θα γίνουμε κι εμείς κοινωνοί αυτής της συνάντησης εξαρτάται από πολλά, σίγουρα όμως δεν μειώνει την ισχύ της δύναμης που αυτοί απελευθέρωσαν. τα λόγια τους ταξιδεύουν όπως τα κύματα. διαγράφουν εντάσεις και υφέσεις και συναντούν εποχές και ανθρώπους. μακάρι να είμαστε απ’ αυτούς…όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα. αλλά. η ποίηση κι η τέχνη γενικότερα ίσως να είναι το καλύτερα κρυμμένο μυστικό…

    Σχόλιο από ioeu — Ιουνίου 1, 2007 @ 7:36 πμ | Απάντηση

  7. Αν ως «αναγνωστική καθημερινότητα» υπονοείται αυτή που διακονεί η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, είναι προφανές ότι η ποίηση διακοσμητικό μόνον ρόλο (μπορεί να) διαδραματίζει. Ενίοτε δε, ως άλλοθι, και πάνυ ωφέλιμον. Πώς αλλιώς θα εξευγενιστεί η πραμάτεια που διακινείται παραπλεύρως;

    Σχόλιο από περισπώμενος — Ιουνίου 1, 2007 @ 3:54 μμ | Απάντηση

  8. Δεν θα ξεχώριζα την ποίηση από τις άλλες τέχνες. Το πρόβλημα είναι γενικότερο. Η τέχνη έχει μάλλον εκπέσει σε κάτι πρόχειρο, βιαστικό, εμπορικό, ασήμαντο. Αλλά ποια τέχνη; Εκείνη η τέχνη που παράγεται ως προϊόν προς πώληση. Αυτή η τέχνη -είτε είναι ποίηση είτε πεζογραφία, είτε εικαστική ή μουσική- καταναλώνεται αυθημερόν και πετιέται. Θα θέλαμε κάτι ανάλογο για την ποίηση;
    Η μεγάλη τέχνη -όποιας μορφής- σπάνια κυκλοφορούσε ευρέως, σπανιότερα δημιουργείτο προς πώληση αλλά ανέκαθεν είχε τους πιστούς της και θα τους έχει. Όλα τα άλλα είναι νομίζω κουβέντα να γίνεται. Οι σημαντικοί ποιητές θα είναι πάντα ποιητές και θα έχουν πάντα τους αναγνώστες τους όσα σήριαλ και να παράγονται. Με τις μειοψηφίες άλλωστε πορεύεται πάντα η Τέχνη. Πώς πιστέψαμε ότι τώρα αυτό θα άλλαζε; Το ερώτημα είναι πόσο θα αντέξουν κόντρα στο ρεύμα οι μειοψηφίες.

    Σχόλιο από Λεία Βιτάλη — Ιουνίου 1, 2007 @ 5:08 μμ | Απάντηση

  9. Ένα σχόλιο για τον περισπώμενο και τη σνομπίστικη οίησή του, μολονότι είναι κάπως γελοίο να γίνω εγώ συνήγορος της Βιβλιοθήκης. Για ποια «πραμάτεια μιλάει; Τα βιβλία που κρίνονται στις σελίδες της είναι για τα σκουπίδια; Το αφιέρωμα στον «Ουτοπία» που διαβάσαμε χτες με τόσο ενδιαφέρον είναι κάτι που το συναντάει συχνά στον ημερήσιο τύπο; Και πόσο ένα αφιέρωμα για την Ουτοπία απέχει από την ποίηση; Έτσι, για να μην κάνουμε τους έξυπνους.
    Όσο για το αν η ποίηση αποτελεί άλλοθι για τη Βιβλιοθήκη, αυτό αντιβαίνει στην σταθερή παρουσία ενός πολύ καλού ποιητή, του Γιώργου Κοροπούλη, που χτες μάλιστα μας έδωσε στη στήλη του ένα δηλητηριώδες στιχούργημα αντί άλλου σχολίου…
    Βέβαια έχει και δίκιο ο περισπώμενος, όταν επισημαίνει ότι η ποίηση ειναι φτωχός συγγενής της κριτικής. Προσυπογράφω το παράπονό του. Όμως υπάρχουν και τα λογοτεχνικά περιοδικά, πιο φυσικοί χώροι για την ποίηση και εκεί τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μην τα περιμένουμε όλα από τις εφημερίδες.

    Σχόλιο από elias — Ιουνίου 2, 2007 @ 9:15 πμ | Απάντηση

  10. Μιας και λόγος γίνεται περί ποίησης στίχων και άλλων τινών στο χθεσινό τεύχος της «βιβλιοθήκης» κακοποιήθηκε λίγο ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Γιάννη Λειβαδά. Ας φανταζόμαστε λοιπόν τους «κρεμαστούς κήπους τής Βαβυλώνας» κι ας προσγειωθούμε στους κρεμαστούς της στίχους…

    Σχόλιο από effie — Ιουνίου 2, 2007 @ 9:31 πμ | Απάντηση

  11. Από την εποχή του Ροΐδη μέχρι και σήμερα ο λόγος γίνεται πάντα για μια αντιπνευματικότητα που φαίνεται να μαστίζει κάθε εποχή με συνεπακόλουθη την απουσία σημαντικής παραγωγής, ποιητικής ή πεζογραφικής. Η άποψή μου είναι ότι η ποίηση ποτέ δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Απαιτεί προσήλωση, εντρύφηση, μύηση, αποκαθαρμό από τον πληροφοριακό και εν πολλοίς βιομηχανικό καθημερινό λόγο. Είναι μια τέχνη χειροποίητη και ίσως και αχειροποίητη. Μεγάλα μεγέθη χρόνια έχουν να εμφανιστούν, αλλά και οι ελάσσονες έχουν το ρόλο τους, δημιουργούν τη μαγιά. Όσο βρισκόμουν στην Αθήνα είδα με χαρά και συγκίνηση -σκέφτηκα, εξευρωπαϊστήκαμε κι εμείς- στίχους του Εγγονόπουλου και πίνακές του στο Τραμ, αλλά επίσης με θλίψη διαπίστωσα ότι λίγων το βλέμμα συνάντησε τη διττή δημιουργική φύση αυτού του ανθρώπου που προσπάθησε να συνθέσει έναν ολιστικό «γοητευτικό…εξαίσιο πίνακα της ζωής».

    Σχόλιο από doratsirka — Ιουνίου 2, 2007 @ 10:43 πμ | Απάντηση

  12. Τι ρόλο παίζει η ποίηση στη ζωή μας;

    Μπορεί ο κ. Γιώργος Κοροπούλης, επικαλούμενος τον αργιπλεύσαντα Λάγιο, να έλεγε (Επανεκκίνηση 31/03/2006): «οι στίχοι πρέπει να χορηγούνται προσεκτικά, κατόπιν συνταγής και σε εξαιρετικές περιπτώσεις…», ωστόσο επανερχόμενος και απαντώντας στο ερώτημα του κ. Βαγγέλη Χατζηβασιλείου θα πώ εδώ:
    Η ποίηση είναι το αντίδοτο της συκοφαντίας. Γι’ αυτό προτρέπω ανεπιφύλακτα και σε κάθε περίπτωση: στιχουργείτε, στιχουργείτε, στιχουργείτε· στο τέλος πάντα κάτι μένει.

    Βασίλης

    Σχόλιο από Βασίλης — Ιουνίου 2, 2007 @ 12:01 μμ | Απάντηση

  13. Έχει δίκιο ο σεμνός και ταπεινός σύντροφος Elias: το να προσπαθεί κανείς να κάνει τον συνήγορο της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ είναι από μόνο του γελοίο. Ένθετα σαν κι αυτό, που εξαρτώνται από τις διαφημίσεις που τους πετάνε εκδότες και μεγαλοβιβλιοπώλες όπως εξαρτάται ο σκύλος από το κόκκαλό του, που αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι την αρνητική και την δυσάρεστη κριτική μπας και τα χαλάσουν με κάνα ανθυποανάστημα του σιναφιού, που εγκωμιάζουν αφειδώς το κάθε ασημαντογράφημα φτάνει να το ‘γραψε φίλος και δικός, που φορές-φορές αντιγράφουν και την ίδια την ύλη τους απευθείας από το ιντερνέτι, κοτσάροντας από κάτω το ονοματάκι των συνεργατών τους, δεν χρειάζονται τέτοιες αβάντες. Τα καταφέρνουν να εκτεθούν κι από μόνα τους.

    Όσο για τους ποιητές, άκουσον άκουσον εκεί να θέλουμε να προβάλλονται και αυτοί! Μήπως δεν υπάρχουν προς τούτο τα λογοτεχνικά περιοδικά; Το γκέτο να ‘ν’ καλά. Βάλτε και τον Κοροπούλη και κάν’ άλλο τέτοιο ματαιόσπουδο άλλοθι αραιά και πού, και ιδού που αποκτούμε το δικαίωμα να ανακράξωμεν όλοι καβαφιστί: Ώστε αποιήτιστοι δεν είμεθα θαρρώ.

    Σχόλιο από περισπώμενος — Ιουνίου 2, 2007 @ 12:08 μμ | Απάντηση

  14. Αγαπητέ περισπώμενε, ούτε σεμνός ούτε ταπεινός είμαι. Απλώς διατρέχω τα ένθετα και μου αρέσει η Βιβλιοθήκη, γι’ αυτό την υπερασπίζομαι. Οι συνεργάτες της είναι κυρίως δημοσιογράφοι, δεν είναι πανεπιστημιακοί ούτε ειδικοί ερευνητές, και αναπόφευκτα θα ψάχνουν και στο «ιντερνέτι» και αλλού. Όσο για την εξάρτηση από τις διαφημίσεις, μην ακούω διάφορα όψιμα μαρξιστικά. Και το βιβλίο είναι προϊόν, πώς να το κάνουμε. Μακάρι οι εκδότες να έδιναν περισσότερες διαφημίσεις για να είχαν μακροημέρευση τέτοια έντυπα και να μην ακούγαμε συνεχώς φήμες ότι θα κλείσουν.
    Ο θυμός και το παράπονο, περισπώμενε, είναι κακοί σύμβουλοι. Αρνητικές κριτικές έχω διαβάσει επανειλημένα στον τύπο, αλλά και εγώ όπως και πολλοί ακόμα προτιμάμε τις ευγενικές επιφυλάξεις από τα μεγάλα φτιάρια. Ποιος ο λόγος αλλωστε; Νοήμονες αναγνώστες είμαστε, καταλαβαίνουμε.

    Σχόλιο από elias — Ιουνίου 2, 2007 @ 1:59 μμ | Απάντηση

  15. Τι περίεργο πράγμα, στ’ αλήθεια! Νοήμονες αναγνώστες φαίνεται να ‘ναι μόνο οι Έλληνες. Οι ξένοι, οι αγγλογαλλογερμανοαμερικάνοι λ.χ., που αντί για τις “ευγενικές επιφυλάξεις” τις δικές μας, προτιμάνε τις σταράτες κουβέντες και δεν μικρολογούν όταν είναι να κρίνουν έτσι ή αλλιώς ένα βιβλίο, είναι κουτόφραγκοι, έτσι; Και είναι η κουτοφραγκοσύνη τους που τους κάνει να έχουν το θάρρος της γνώμης τους, ανεξαρτήτως του ονόματος του συγγραφέα που κρίνουν ή του εκδότη του; Ή να μην ενδίδουν στους έμμεσους ή άμεσους εκβιασμούς των διαφημιζομένων; Και είναι από ευαισθησία που οι δικοί μας εφημεριδο-”κριτικοί” δεν γουστάρουν τα “μεγάλα φτυάρια”, κι όχι λ.χ. επειδή είναι διαπλεκόμενοι με χίλια δυο συμφέροντα και συμφεροντάκια, διπλοτριπλοθεσίτες οι περσσότεροι και έμμισθοι συνεργάτες εκείνων που υποτίθεται ότι “κρίνουν”.
    Όσο για τις αρνητικές κριτικές, φίλτατε Ηλία, που λες ότι είδες “επανειλημμένα” στον ελληνικό τύπο, αν εννοείς καμιά του Στάντη του Αποστολίδη που, λόγω οικογενειακής παράδοσης προφανώς, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, πάει καλά.
    Εκτός πια κι αν πρόκειται για καμιά από εκείνες τις «αμερόληπτες» κριτικές της ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ με τις οποίες γελάει εδώ και καιρό όλο το Διαδίκτυο

    Σχόλιο από περισπώμενος — Ιουνίου 2, 2007 @ 4:05 μμ | Απάντηση

  16. Αντιγράφω από τα «Βιβλία» του Βήματος 18/3/2007 κομμάτι από τη συνέντευξη τού Νάνου Βαλαωρίτη στην Κατερίνα Δαφέρμου:
    ….
    – Ο ποιητής είναι χρήσιμος στην κοινωνία;

    «Ο ποιητής αχρηστεύεται ως εξής: Σχεδόν όλοι θεωρούν ότι γράφουν ποίηση. Τα περισσότερα από αυτά που γράφονται δεν είναι ποίηση αλλά οι γράφοντες θεωρούν τους εαυτούς τους ποιητές. Διαφθείρουν το είδος και καταστρέφουν την έννοια του ποιητή. Εν τω μεταξύ σε μια τέτοια κατάσταση οι αναγνώστες δεν ξέρουν τι να διαβάσουν».

    – Παίζει ρόλο η ποίηση στη ζωή μας σήμερα;

    «Η ποίηση είναι ένα είδος πολύ δύσκολο για να το πλησιάσει ο καθένας. Οπως έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ, «η ποίηση, τέχνη αριστοκρατική, απομονώθηκε στα χέρια των ιερέων της»».

    Σχόλιο από effie — Ιουνίου 2, 2007 @ 6:50 μμ | Απάντηση

  17. δεν χρειάζεται να γράφεις ή να διαβάζεις ποιήματα για να είσαι «ποιητής»- η ποίηση είναι τρόπος να βλέπεις τον κόσμο, τρόπος να ζεις κι αυτό δεν αλλάζει, πάντα θα υπάρχουν «ποιητές». Απ’ την άλλη, όσο αφορά την ποιητική γραφή, «τι γυρεύουν αλήθεια οι ποιητές σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς;»(Χαίλντερλιν)

    Σχόλιο από papangel — Ιουνίου 2, 2007 @ 7:01 μμ | Απάντηση

  18. Οι καταγγελίες του κ. Σαραντάκου στο link του «περισπώμενου» είναι πολύ βαριές.
    Νομίζω ότι η κ. Σχινά πρέπει να απαντήσει.

    Σχόλιο από μαργαρίτα — Ιουνίου 3, 2007 @ 12:33 μμ | Απάντηση

  19. Ποίηση είναι τα πάντα. Το βραδύ σύννεφο της συνείδησης.

    Σχόλιο από Άγγελος Φέτσης — Ιουνίου 3, 2007 @ 1:48 μμ | Απάντηση

  20. Πράγματι, Μαργαρίτα, πρέπει να απαντήσω στις καταγγελίες του κ. Σαραντάκου, στις οποίες παραπέμπει το link του περισπώμενου, μια και αφορούν ένα δικό μου κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 19.12.2003 στη Βιβλιοθήκη με θέμα το βιβλίο “Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”. Εκεί εγκαλούμαι για λογοκλοπή (επειδή, ατυχώς, υπέβαλα σε αλλαγή φύλου έναν από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου), ενώ το καημένο μου το κείμενο καταδικάζεται ως “αντιγραφή”, και μάλιστα έξυπνα μεταμφιεσμένη.
    Ας προβάλω κι εγώ τη δική μου ένσταση: καμία μεταμφίεση δεν μηχανεύτηκα. Το κείμενό μου ήταν εμφανέστατα ενημερωτικό* σκοπός του ήταν να ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΙ συζητήσεις και αντεγκλήσεις ορισμένων συγγραφέων και κριτικών του αγγλόφωνου κόσμου σχετικά με το φαινόμενο Χάρι Πότερ. Δεν ήταν ο στόχος του κριτικός, παρά τον προσωπικό τόνο (αυτό ας μου το επιτρέψετε κήνσορες φίλοι, πάντοτε έτσι γράφω). Γι’ αυτό ακριβώς και παρέθετα σε εισαγωγικά τις δάνειες αποτιμήσεις, αναφέροντας ένα προς ένα τα ονόματα των κριτικών (από την Αν Μπάιατ ως τη Μαρίνα Γουόρνερ) και τα έντυπα από τα οποία άντλησα τις πληροφορίες μου, διευκρινίζοντας ότι είχα διαβάσει τα ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ βιβλία της σειράς, και όχι το παρουσιαζόμενο, που μόλις είχε ξεμυτίσει στις ελληνικές προθήκες. Αν αυτό το κείμενο συνιστά κριτική “για την οποία γελάει όλο το διαδίκτυο” τότε έχουμε πραγματικά μεγάλο πρόβλημα κριτηρίων. Και το στενόχωρο είναι πώς ο κ. Σαραντάκος, τον οποίο παρά τα όσα μου σούρνει πολύ εκτιμώ, δεν μπορεί να διακρίνει ένα ενημερωτικό κείμενο από μια κριτική.

    Σχόλιο από Κατερίνα Σχινά — Ιουνίου 3, 2007 @ 8:35 μμ | Απάντηση

  21. 🙂 🙂 🙂

    Σχόλιο από τεστ — Ιουνίου 3, 2007 @ 11:50 μμ | Απάντηση

  22. :), ;)!

    Σχόλιο από τεστ — Ιουνίου 4, 2007 @ 12:50 πμ | Απάντηση

  23. Ποίησις:

    ασπασμών των αγγέλων προς τ’ άστρα

    Σχόλιο από άσχετος — Ιουνίου 4, 2007 @ 11:03 πμ | Απάντηση

  24. Αισθάνομαι κάπως αμήχανα που γράφω αυτές τις γραμμές, γιατί πρώτη φορά μπαίνω στο σπίτι σας
    κι αντί να φέρω το κατιτίς μου ή να σας ευχηθώ αναγκάζομαι να μαλώσω με την οικοδέσποινα, που μάλιστα λέει και καλά λόγια για μένα. Παρουσιάζομαι δηλαδή αγενής παρά τη θέλησή μου.
    Πρέπει όμως να απολογηθώ.
    Λέει η κυρία Σχινά ότι την εγκαλώ για λογοκλοπή και ότι καταδικάζω το κείμενό της ως αντιγραφή και μάλιστα έξυπνα μεταμφιεσμένη.
    Επειδή περιέργως το λινκ προς το κείμενό μου έχει εξαφανιστεί και επειδή δεν είναι δα και πολύ μεγάλο, το μεταφέρω εδώ για να δούμε περί τίνος πρόκειται:
    (Αφού πρώτα διηγούμαι ένα ανέκδοτο για κάποιον παλιό δημοσιογράφο που έγραψε “εντελώς αμερόληπτα” κριτική ενός βιβλίου χωρίς να το διαβάσει, λέω:)
    “Με αυτή την έννοια της λέξης, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η κριτική της κυρίας Κατερίνας Σχινά, που δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, για το 5ο βιβλίο της σειράς του Χάρι Πότερ, είναι εντελώς αμερόληπτη. Θέλω να πω, δημιουργούνται στον αναγνώστη σοβαρές υποψίες ότι η εξοντωτική κατά τα άλλα κριτική άντλησε τα επιχειρήματά της όχι από το πρωτογενές υλικό, το βιβλίο, αλλά από κάποιαν άλλη αρνητική κριτική, και δη ξενόγλωσση, πιθανότατα αγγλική. Και το λέω αυτό διότι βλέπω την αναφορά της κριτικού στον «καθηγητή Άμπριτζ», όμως όσοι διάβασαν όντως το 5ο βιβλίο του Χάρι Πότερ θα ξέρουν ότι βασικό ρόλο διαδραματίζει μια νέα ηρωίδα, η αυστηρή και ανόητη Ντολόρες Άμπριτζ, καθηγήτρια της άμυνας εναντίον των σκοτεινών τεχνών. Καθηγήτρια Άμπριτζ στα ελληνικά, αλλά Professor Umbridge στα αγγλικά, χωρίς ένδειξη φύλου σε μια εν παρόδω αναφορά –κι έτσι ήρθε και στο φως η αμεροληψία της κριτικού μας.”
    Επομένως, ο χαρακτηρισμός “λογοκλοπή” και τα περί “έξυπνης μεταμφίεσης” είναι κατασκευές της κ. Σχινά που ελάχιστη σχέση έχουν με όσα έγραψα. Ειδικά τη μεταμφίεση, πού τη βρήκε, απορώ.
    Μετά η κυρία Σχινά βρίσκει στενόχωρο (?) το ότι δεν μπορώ να ξεχωρίσω μια κριτική από ένα ενημερωτικό κείμενο. Να πω καταρχάς ότι το κειμενάκι μου το έχω πάνω από τρία χρόνια στο Διαδίκτυο, θα μπορούσε να μου στείλει ένα ηλεμήνυμα να μου πει ότι έκανα λάθος. Τέλος πάντων. Εκανα όμως λάθος; Eίδα πάνω-πάνω, φάτσα κάρτα,
    ΤΖ.Κ.ΡΟΟΥΛΙΝΓΚ
    Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα
    Μετάφραση Καίτης Οικονόμου
    κτλ.
    οπότε υπέθεσα ότι μιλάει για το ελληνικό βιβλίο, όχι μόνο για τις αντιδράσεις των εγγλέζων. Αλλωστε, αν ήταν το σημείωμά της αφιερωμένο αποκλειστικά στις αντιδράσεις των εγγλέζων δεν θα μας έλεγε για τις αντιδράσεις της κόρης της ούτε θα περιέγραφε (εκτός εισαγωγικών) την υπόθεση του πέμπτου βιβλίου. Ήταν και τα δύο: και εκτενής αναφορά στις αντιδράσεις των εγγλέζων και παρουσίαση του πέμπτου βιβλίου.
    Ούτε είναι ακριβές ότι το ελληνικό βιβλίο είχε “μόλις ξεμυτίσει” στις προθήκες, αφού βγήκε αρχές του Νοέμβρη, ακριβώς για να προλάβει τη χριστουγεννιάτικη αγορά. Αφήνω ότι τέτοια βιβλία δεν “ξεμυτίζουν” στις προθήκες αλλά τις κατακυριεύουν με τυμπανοκρουσίες.
    Πουθενά στο κείμενο της η κ. Σχινά δεν μας λέει σαφώς ότι δεν διάβασε το ελληνικό βιβλίο και άλλωστε εγώ μόνο γι’ αυτό την κατηγόρησα: ότι έγραψε κριτική χωρίς να διαβάσει το βιβλίο. Αν στο αρχικό της σημείωμα είχε δηλώσει αυτό που τώρα διευκρινίζει, δηλαδή ότι είχε διαβάσει μόνο τα προηγούμενα βιβλία και όχι το παρουσιαζόμενο, δεν θα έγραφα το σημείωμα μονο και μόνο για την αλλαγή φύλου της Αμπριτζ, που είναι σφάλμα εντελώς συγγνωστό για κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο.
    Τέλος πάντων, τα κείμενα υπάρχουν και μπορεί ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματά του. Το ότι γελάει όλο το Διαδίκτυο (που δεν πιστεύω αφού δεν έχω πάνω από 500 επισκέπτες τη μέρα και από αυτούς οι μισοί έρχονται για το μπριτζ) δεν το είπα εγώ, το είπε άλλος επισκέπτης του ιστολογίου που δεν τον γνωρίζω (ή τουλάχιστον δεν γνωρίζω αν τον γνωρίζω).
    Με πολλή εκτίμηση, ωστόσο
    Ν. Σ.

    Σχόλιο από Νίκος Σαραντάκος — Ιουνίου 4, 2007 @ 1:19 μμ | Απάντηση

  25. Ευχαριστώ για την απάντηση τον κ. Σαραντάκο* δυστυχώς, οι αναγνώστες που θα ήθελαν να έχουν ιδία γνώση του κειμένου μου θα χρειαστεί να το αναζητήσουν στο site της Ελευθεροτυπίας (δίνω παραπάνω ακριβή στοιχεία, ημερομηνία δημοσίευσης κλπ.), διότι στο blog μας δεν περνούν τα links των σχολιογράφων. Στην σελίδα του κ. Σαραντάκου, επίσης, με μια απλή εύρεση, θα μπορέσουν να εντοπίσουν το δικό του σχόλιο σχετικά με την “μη αμερόληπτη κριτική” μου.
    Κ.Σχ.

    Σχόλιο από vivliothiki — Ιουνίου 4, 2007 @ 1:34 μμ | Απάντηση

  26. 1. Η (καλή) ποίηση μπορεί να δώσει. Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ πια («πάει ο καιρός που ήταν ο κόσμος δροσερός»), ούτε αυτήν, ούτε αυτά που προσφέρει. Δεν προφταίνω. Και δεν τα λέει καθαρά κι αυτή η ποίηση, δεν έχει εικόνες, στόρυ, δεν τη συζητάς εύκολα. Γενικά δεν ταιριάζει καθόλου με τα υπόλοιπα υλικά της καθημερινότητας. Την έβαλα στην αποθήκη. Ας φρόντιζε, κι αυτή.
    2. Η υλοποίηση της (καλής) ιδέας για την προβολή του Εγγονόπουλου είναι ενδεικτική. Υποθέτω πως ο σκοπός ήταν χρησιμοθηρικός: όχι να θυμίσει στους γνώστες πόσο καλός είναι ο Εγ. (η ποίηση), αλλά να βρεθεί ο περαστικός μροστά σε ένα λόγο που δεν διαφημίζει, δεν ενημερώνει, δεν καταγγέλλει, κι όμως του λέει κάτι, αλλιώτικο. Αν η πρόθεση ήταν αυτή, τότε η επιλογή του μεγαλύτερου μέρους των αποσπασμάτων ήταν ατυχής. Το ίδιο συνέβη και με την γραφιστική πλαισίωση των κειμένων. Ενώ υποθέτω πως ήθελε να καταστήσει τα κείμενα πιο ελκυστικά, πιο σύγχρονα, στην πραγματικότητα τα εξάρθρωνε οπτικά, τα καθιστούσε δυσανάγνωστα για τον βιαστικό περαστικό (δεν προφταίνει) και κυρίως τους επιβαλλόταν και τα εξομοίωνε προς συνήθη ασήμαντα (νεανικές διαφημίσεις, πλουμιστές ιστοσελίδες, ανέμελα σοβαρές παραστάσεις και συναυλίες). Πάλι εικόνες δηλαδή. Αμ εκεί ήταν το ζητούμενο, να αμφισβητηθεί η εικόνα, να προταθεί ο λόγος, να υποδειχτεί ένας άλλος λόγος.
    3. Περί περισπώμενου και της εκείθεν απορρευσάσης συζητήσεως αργότερα (δεν προφταίνω).

    Σχόλιο από Στ. Λαφοπάτης — Ιουνίου 5, 2007 @ 8:12 πμ | Απάντηση

  27. Νομίζω πως η ποίηση είναι προσωπική υπόθεση, ίσως από τις πλέον προσωπικές.
    Τα μάτια μας, το σώμα και η ψυχή μας κάθε μέρα ταξιδεύουν σε χιλιάδες σημεία και βλέπουν χιλιάδες πράγματα. Ένα από αυτά είναι και οι μάυρες τρύπες της τέχνης. Δεν ξέρω αν η ποίηση σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, αν είναι απαραίτητη για να είσαι καλύτερος άνθρωπος, αν είναι ο μόνος τρόπος για να είσαι καλύτερος άνθρωπος, ή αν ταυτίζεται με τη σοφία ή την ευαισθησία.Δεν ξέρω επίσης αν κάνει ομορφότερο ένα λεωφορείο η ποίηση ή μια όμορφη κοπέλα.

    Νομίζω πως η τέχνη σε αυτό ουσιαστικά διαφέρει. Δεν έχει ανάγκη προστασίας. Υπάρχει. Αν θες την ερωτεύεσαι.

    Σχόλιο από Βιβλιοθηκονόμος — Ιουνίου 6, 2007 @ 10:47 πμ | Απάντηση

  28. Απόγεμα, στο σταθμό του μετρό «Πανεπιστήμιο». Μέσα στη μάζα, βαδίζω με το μικρό μου γιο προς την έξοδο. Το βλέμμα μου συναντάει μία αφίσα με λόγια του Εγγονόπουλου για την αγάπη που χαϊδεύουν. Στέκομαι. Αλλάζει εντός μου ο ρυθμός του κόσμου.. Στις κυλιόμενες σκάλες συναντάμε μια παλιά μου μαθήτρια. Αυτή κατεβαίνει, εμείς ανεβαίνουμε. «Κύριε!» Προλαβαίνω να της φωνάξω: «Διάβασε την αφίσα, στα δεξιά σου!» Εκείνο το απόγεμα το θυμάμαι. Εκείνες τις στιγμές του απογέματος. Τι λέτε; Δεν ανοίγει ρωγμές στην καθημερινότητα η ποίηση;

    Σχόλιο από Διονύσης Μάνεσης — Ιουνίου 10, 2007 @ 5:33 μμ | Απάντηση

  29. Θορυβώδεις εποχές, σαν κι αυτή που διανύουμε, έχουν την ανάγκη της αληθινής ποίησης. Κρίμα όμως που κάποιοι που θεωρούν τους εαυτούς τους «κλειδοκράτορες» της πνευματικής ζωής και δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να ξεδιαλέγουν ποιοι πρέπει να γράψουν ή να διαβάσουν ποίηση και ποιοι όχι. Ένας πολύ ύπουλος και υπόγειος ρατσισμός, δυστυχώς. Μεγαλύτεροι εχθροί της ποίησης απ’ αυτούς ίσως και να μην υπάρχουν. Και τι θα πει έτος Εγγονόπουλου και Σολωμού; Άλλοθι για τη λήθη των ετών που προηγήθηκαν και των ετών που έπονται; Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το πόσο άνετα θα αισθάνονται ο Σολωμός και ο Εγγονόπουλος αν, εκεί που βρίσκονται, έχουνε θέα στο τρόπο με τον οποίο υποτίθεται πως τους τιμούμε τώρα. Μήπως με το να φέρνουμε κάτι, με αυτόν τον τρόπο, στο προσκήνιο, στην ουσία το κρύβουμε; (όπως λέει και ο αγαπητός Ευγένιος Αρανίτσης)

    Σχόλιο από Enter — Ιουνίου 11, 2007 @ 7:16 πμ | Απάντηση

  30. Μετά πέντε έτη Β’

    Θα ήθελα από αυτό το βήμα και με αφορμή το άρθρο του κ. Κοροπούλη στο τελευταίο τεύχος της Βιβλιοθήκης (υπ’ αρ. 456/8-6-07) να πώ ορισμένες απόψεις μου. Η απόπειρά μου ίσως ξενίσει λίγο και ενδεχομένως να προκαλέσει, μπορεί και να διογκώσει την μήνιν του ανδρός. Δεν πειράζει όμως. Εμείς το θεωρούμε έτσι: είναι σαν να ανοίγουμε ρυάκια στον ποταμό του, με το να σπάζουμε τα’ αναχώματα στα ευαίσθητα σημεία της κοίτης του, για να ποτίζουμε (, όπως έλεγα πρόσφατα στον γιό μου, όταν διαμαρτύρονταν επειδή κοιτούσα λάθρα τις φωτογραφίες του στο κινητό του) για να ποτίζουμε λοιπόν τους καημούς μας. Έτσι χτίζοντας εκείνος τα καμπιόνια του στα ευαίσθητα σημεία της (κοίτης του), ίσως συμπεριλάβει κι εμάς στις δροσιές των υδάτων του. Άλλωστε “όποιος ελέγχει την ύδρευση, αυτός ελέγχει την Ιστορία”. Κι είναι προφανές ότι τα λιγοστά βλαστάρια της άϋλης Βαϊμάρης χρείαν έχουσιν – έχουμε, θα πώ- τοιαύτης συμπαράστασης, δεδομένου επί πλέον ότι το υιοθετημένο ύφος γραφής από τους οικοδεσπότες της Κατερίνα και Βαγγέλη δεν βοηθάει, νομίζω, προς αυτήν την κατεύθυνση. Άς φωτίσει κι αυτήν την πόλη ο ήλιος.
    Ελπίζω ο κ. Κοροπούλης να μην με πιάσει απ’ το αυτί και στον δάσκαλο.
    Βέβαια, είναι πολύ πιθανόν το εν λόγω κείμενο της επανεκκίνησης να μην με αφορά ούτε κάν κατά το ήμισυ, οπότε σ’ αυτήν την περίπτωση, άχ, γιατί να γράφω, Θεέ μου; Ίσως επειδή (ίσως ακριβώς επειδή) και το ταξείδι της ανάγνωσης μας πάει κάθε φορά πιο κοντά στο σπίτι μας με την βάρκα, που κι αν είμαστε μέσα στο τέλος εκείνη άδεια φτάνει. Όμως, τι να κάνουμε; Τί; Όταν κι όσο είμαστε στην άκρη νοιώθουμε τους καημούς μας απότιστουςΧ κι όταν παρεμβαίνουμε προκαλούμε την θυμηδία! Τί να κάνουμε, λοιπόν; Να κοιττάμε την δουλειά μας; Να είμαστε δηλαδή καλυμμένοι με την φόδρα που αρμόζει στην βαρβαρότητα της ημιμόρφωσής μας! Που λέει κι ο Adorno: στοιχηθείτε! Οι ημιμορφωμένοι είναι συμμορφωμένοι! Πάντως, όσον με αφορά “η θεωρητική εργασία” πάντα απηχούσε και “απηχεί (…) τη γενική παιδεία και την καλλιέργεια του” θεωρητικού και κριτικού, κι εν προκειμένω, βέβαια, του κ. Κοροπούλη. Και δεν μπορώ, δηλαδή δεν μου αρμόζει και δεν μου πρέπει να κρίνω την εντιμότητα των προθέσεών του ανδρός και ήδη αυτό που έγραψα αυτήν ακριβώς την στιγμή δεν ήταν πρέπον. Ποιος είμαι εγώ που θα το κάνω, άλλωστε. (Κι άλλωστε, πάλι, το δίς εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού)
    Όμως, αισθάνομαι βαθυτάτη την απογοήτευση όταν διαβάζω: [Ο Ποιητής – κατά το σχήμα: (κατά Σεφέρη) “φιλοσοφία” σ (ψευδο) “φιλοσοφία”] “Δηλώνει αερολόγος εξ ορισμού κι έτσι, ναι, επανασυνδέεται με ένα “έργο τέχνης” που επειδή δεν έχει τίποτε να πεί, σκηνοθετείται στο άκρον άωτον της εννοιολογικής εμβάθυνσης”. Κι αισθάνομαι βαθυτάτη την απογοήτευση, επειδή εκεί που λέει “έργο τέχνης” εγώ βάζω – τί τά θέλω τώρα και βάζω; – την “απατηλά” εμβριθή ρήση: “Η ποίηση είναι το αντίδοτο της συκοφαντίας”. Και τρομάζω, όταν παρακάτω διαβάζω: “Πρέπει να ανασυγκροτήσουμε το έλλογο πεδίο, εν ολίγοις…».”. Διότι, αν όντως το εννοεί, τότε αυθόρμητα μού ’ρχεται να αναφωνήσω: Σε ποιο ποσοστό, άραγε; Κι αν όντως όντως το εννοεί, τότε δεν ταυτίζεται άραγε με την άποψη: “… οι a priori νόμοι του ωραίου είναι όροι της αισθητικής πραγματικότητας, και, όπου λείπουν, η αισθητική πραγματικότητα είναι αδύνατη”; Ο Σεφέρης είχε απαντήσει: “ Ίσως να είναι έτσι.”, όμως, μα την Πίστη μου, δεν είναι καθόλου έτσι, διότι αν είναι, τότε πρέπει πράγματι να αποκαθηλώσουμε όλα τα αιδοία πίσω από τις κλειδαρότρυπες. Ή τι να πούμε για κείνους τους τόσο, μα τόσο υπέροχους έξη στίχους –δεν γίνεται να μην τους υπενθυμίσω:
    Κόκκιν’ αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
    και στο μαντήλι τό ’συρα κι έβαψε το μαντήλι
    και στο ποτάμι τό ’πλυνα κι έβαψε το ποτάμι
    κι έβαψε η άκρη του γυαλού κι η μέση του πελάγου.
    Κατέβη ο αϊτός να πιεί νερό κι έβαψαν τα φτερά του
    κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.
    Ίσως να παρανόησα, εγώ ίσως παρανόησα, όμως, μα την Πίστη μου πάλι, τα γραπτά του κ. Κοροπούλη δεν μου είναι καθόλου αλαμπουρνέζικα. Τα διαβάζω και χαίρομαι να τα ξαναδιαβάζω και κάθε φορά που τα ξαναδιαβάζω αισθάνομαι όλο και πιο κοντά στο Νόημα. Για το οποίο άς μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω μία μεταφορά μ’ ένα προσωπικό μου παράδειγμα:
    Την έννοια της καρικατούρας από την πρώτη-πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την λέξη από την πρώϊμη εφηβεία μου ακόμη την εξέλαβα και την αισθάνθηκα κατ’ αντιστοιχία προς τις μπίλιες που είχαμε, όταν παιδιά ακόμη παίζαμε γκαζιές. Ως γνωστόν ανάμεσα στην παιδική και την εφηβική ηλικία είναι το μεταίχμιο, στο οποίο μαθαίναμε ότι η Γή είναι σφαιρική, ενώ μέχρι τότε νομίζαμε -εγώ τουλάχιστον πίστευα- ότι είναι κοίλη και μας περιέχει σε ένα κλειστό σύστημα, μαζί με τον ουρανό. Κι αισθανόμασταν μ’ αυτή τη νέα γνώστη ότι είμαστε τα τέκνα μιας αποβολής, όπως οι πρωτόπλαστοι. Αργότερα, όταν ο γιός μου πια ήταν παιδί, είχα βγάλει από ένα ρουλεμάν τις μπίλιες του -περίπου οκτώ με δέκα ανοξείδωτα γυαλιστερά κομμάτια- που του τις έδωσα να παίζει. Για όσους από εμάς μεγαλώσαμε στις αλάνες οι μπίλιες είχαν την γνωστή χρησιμότητα. Ο γιος μου πάλι είχε βρει βολικό να τις έχει μέσα στο κρυστάλλινο βάζο, ένα ευμέγεθες ανθοδοχείο από καλής ποιότητας κρύσταλλο. Κάθε που τις θυμόταν τις έπαιρνε κι έπαιζε μ’ αυτέςΧ τις έπιανε με την χούφτα του και τις άφηνε να πέφτουν μέσα στο βάζο και χάζευε εντυπωσιασμένος που τις έβλεπε να χοροπηδούν γυαλιστερές καθώς ήταν. Μια φορά από τις πολλές –η στάμνα πολλές φορές πάει στην βρύση, αλλά μία φορά σπάει- το παράκανε. Κι όταν τις άφησε οριστικά κι έκανε δύο βήματα προς την μπαλκονόπορτα να βγεί στην αυλή για να παίξει ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος, σα να έγινε μία μικρή έκρηξη. Το βάζο κατέρρευσε σε άπειρα κομμάτια λές κι ήταν κατασκευασμένο από αναρίθμητους συγκολλημένους κόκκους ρυζιού. Ο γιός μου έντρομος από την αναπάντεχη τροπή που είχε το παιχνίδι του κοίταξε μια τη μάνα του και μια εμένα. Κι εγώ ο παλίμπαις, αφού τον καθησύχασα, βάλθηκα να εξηγώ στο οκτάχρονο παιδί μου το φαινόμενο του συντονισμού. Τι για τις γέφυρες, τι για τις κερκίδες και για το μέγιστο πλάτος ταλαντώσεως κι αν δεν του είπα. Ο παλίμπαις.
    Ο κόσμος μας είναι εκείνο το ακριβό ανθοδοχείο που κατέρρευσε, οι μπίλιες, που σαν τα ποντίκια μετά την εμφάνιση της γάτας, κύλησαν από δώ κι από κεί είμαστ’ εμείς. Μας εποπτεύει το θέαμα από πάνω. Εκείνο που επείγει είναι η επανόρθωση του Κόσμου. Αυτό όμως είναι αδύνατο γιατί, οι φυσικοί λένε, αντιβαίνει στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, περί εντροπίας. Δεν μπορείς να ξαναπάρεις πίσω το βάζο που έσπασε. Κι εδώ πια νομίζω ότι συμφωνούμε. Κι έτσι τώρα τίθεται πάλι το ερώτημα: “ με τόση καλή προαίρεση” γιατί τόσες παρανοήσεις;
    Το πρόβλημα είναι η μεγάλη έπαρση στην οποία οδηγήθηκε η Θεωρία –την οδήγησαν δηλαδή οι, μετανεωτερικοί, θεωρητικοί- σαν (φυσικό, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε) επακόλουθο της ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης που επιδείχθηκε στην Επιστήμη κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Η απολυτότητα των θέσεών της σήμερα, που την βλέπουμε συχνότατα να αναδύεται σχεδόν από κάθε σύγχρονο θεωρητικό κείμενο, όπως άς πούμε στην πρόταση: “Εκεί όπου ξαναγίνεται πιθανό να διαβάσαμε μια «φιλοσοφική» (λέμε τώρα) προσέγγιση της ποίησης και να μην καταλάβαμε τίποτα επειδή, απλούστατα, δεν υπήρχε τίποτα να καταλάβουμε. ”
    Ένα άδειασμα για το οποίο είναι άξιος ο πάσα ένας άσχετος που «θέλει να περνιέται – ξέρω ’γω; για ποιητής, φέρ’ ειπείν…», όπως εγώ όταν λέω: “Ποίηση είναι το αντίδοτο της συκοφαντίας”.
    Αυτό το οποίο έχει εκλείψει ως συνέπεια της μετανεωτερικής αντίληψης περί του τέλους των πάντων (της ιστορίας, της λογοτεχνίας κλπ. κλπ.) ως συνέπεια της έπαρσης δηλαδή, είναι η έλλειψη της παλιάς στοργικής επιθυμίας οι μαθητές να γίνονται καλλίτεροι από τους δασκάλους τους. Πώς όμως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο αφού –άκουσον, άκουσον- τα πάντα έχουν φτάσει στο τέλος τους!
    Η αυστηρότητα είναι κι αυτή ένα συναίσθημα. Νοιώθεται. Εμείς της δικής μου γενιάς, οι γεννηθέντες περί το 1950, είμαστε οι τελευταίοι για τους οποίους μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι η αυστηρότητα έπαιξε, ως ένα βαθμό, ευεργετικό ρόλο στην διαμόρφωση του κόσμου μας –από το εσώτατο πεδίο μιας προσωπικής ασκητικής μέχρι τα εξώτατα όρια της έννοιας κουλτούρα. Για τα παιδιά μας όμως είχε καταστροφικό. Σε συνδυασμό δε με την χειραφέτηση των εικόνων και την επακολουθήσασα χαλάρωση –ποια άλλη λέξη να βρώ;- ολέθριο.
    Κοντολογίς η Διανόηση απέτυχε να απεκδυθεί με αξιοπρέπεια τον μανδύα του γυάλινου τείχους της.
    Γι’ αυτό και είναι πολύ αποκαρδιωτικό να διαβάζουμε ότι «Εδώ (στην μπλοκόσφαιρα) το λιντσάρισμα είναι, λέει, η νέα μορφή δημοσίου ελέγχου, που την υιοθετούμε εσπευσμένα…». Ο ορίζων της μόρφωσής μου είναι στενός, τι να κάνουμε; Γι’ αυτό θα δανειστώ από το ωραίο καλοκαιρινό παραμύθι του Αρανίτση τη κατάλληλη για την περίσταση φράση:
    «Ο άνθρωπος πρέπει να αγαπά και να συμβουλεύεται τα πνεύματα των απογόνων του, όχι των προγόνων του».
    Ωστόσο συμφωνώντας, κατά κάποιον τρόπο, με την άποψη ότι: “ Και γελοιογραφία μόνο (αλλά φριχτή, απειλητική γελοιογραφία) της εκκλησίας του δήμου μπορεί να είναι η συρροή ψευδο-πολιτών μειωμένης (εξ ορισμού, εφόσον γράφουν με ψευδώνυμο) ευθύνης, στην «μπλοκόσφαιρα»… ”, από αυτό το κείμενο και εφ’ εξής θα υπογράφω με πλήρες το ονοματεπώνυμο. Και να διευκρινίσω ότι τα κείμενα που γράφουν σκέτο Βασίλης είναι του Κελλίδη Βασιλείου.
    Με συγχωρείτε που σας κούρασα.

    Κελλίδης Βασίλειος

    Σχόλιο από Κελλίδης Βασίλης — Ιουνίου 12, 2007 @ 8:21 μμ | Απάντηση

  31. ΓΙΑ ΤΗΝ “ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ” ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ.
    1. Επιτρέψτε μου αγαπητέ κ. Περισπώμενε, μια ιστορία. Ένας γνωστός μου, που αγαπούσε τη λογοτεχνία και την παρακολουθούσε με ζήλο, έτυχε κι αποξενώθηκε ολότελα από αυτήν σχεδόν 25 χρόνια. Όταν θέλησε να ξαναγυρίσει έπαθε σοκ, σα να επέστρεψε σε ριζικά αλλαγμένη πόλη. Από μια πλημμύρα άγνωστών του ονομάτων, χωρίς αξιολόγηση, αγόραζε τυχαία και σχεδόν πάντα απογοητευόταν οικτρά. Επιπλέον τον μπέρδευε η ανακατάταξη που διαισθανόταν πως συντελέστηκε ως προς τους γνώριμούς του λογοτέχνες, Έλληνες και ξένους. Από τους παλιότερους κάποιοι επώνυμοι μνημονεύονταν τώρα αραιότατα, ενώ άλλοι, που εκείνος δεν ήξερε ή δεν θεωρούσε σημαντικούς, εμφανίζονταν προβεβλημένοι. Εκδόσεις να συνοψίσουν το κενό γι αυτόν διάστημα δεν βρήκε, τα βιβλιοπωλεία, το διαδίκτυο και οι γνωστοί του τον πελάγωσαν. Τότε στράφηκε στα λογοτεχνικά περιοδικά και τα ανάλογα ένθετα των εφημερίδων, ως μπούσουλα. Σταδιακά η “Βιβλιοθήκη” αποδείχτηκε από τα πιο χρήσιμα γι’ αυτόν εργαλεία. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, ερανιζόμενος πληροφορίες, άρχισε σταδιακά επανασυνδέεται με το χώρο. Συμπλήρωνε γραμματολογικά κενά της 25ετίας, αντιλαμβανόταν τις αλλαγές, κατανούσε τις τάσεις του παρόντος, αισθανόταν όλο και μεγαλύτερη ασφάλεια. Η λογοτεχνία που αγοράζει τώρα είναι ό,τι είναι, αλλά εκείνος ξέρει καλύτερα τι να αποφύγει και τι του γίνεται.
    2. Εωρακώς μεμαρτύρηκα. Κι από την αληθινή αυτή ιστορία συνειδητοποίησα δύο από τις σημαντικές συνεισφορές της “Βιβλιοθήκης”. Η πρώτη είναι πως κάνει για λογαριασμό μας τη χαμαλοδουλειά, το ξεσκαρτάρισμα μιας απελπιστικά μεγάλης εκδοτικής παραγωγής. Η κριτική της θα έπρεπε να είναι πιο αυστηρή; Ναι, μα η σοβαρή, η ενδελεχής απορριπτική/επικριτική κριτική είναι πολύ δυσκολότερη από την επαινετική, πολύ απαιτητικότερη σε χρόνο και έκταση. Εξ άλλου, εφ’ όσον π.χ. το μέγιστο μέρος της πεζογραφικής παραγωγής είναι διεθνώς για τα σκουπίδια, τότε ο περιοδικός λογοτεχνικός τύπος θα πρέπει ή να μην μιλά καθόλου για αυτήν, ή να επιδιώκει να ξεκαθαρίζει σταδιακά το τοπίο. Και να προβαίνει κατά καιρούς σε ευρύτερες χρονικά και τοπικά συγκρίσεις αποκαθιστώντας αναλογίες. Η κριτική στον περιοδικό τύπο δεν μπορεί παρά να ασκείται με γνώμονα το ‘κατ’ οικονομίαν’. Αρκεί να καλύπτονται τα βασικά ζητούμενα, να μην αποσιωπάται το καλό βιβλίο, να μην προωθείται το ολέθριο, να μην διαστρεβλώνεται κατάφωρα η εικόνα. Κι αυτά τα ζητούμενα τηρούνται.
    Η δεύτερη συνεισφορά εντύπων όπως η «Βιβλιοθήκη» είναι ότι προβαίνουν άμεσα και έμμεσα σε εποπτικότερη αποτίμηση της σημερινής λογοτεχνικής ζωής. Διαπιστώνουν τάσεις, επιχειρούν γενικεύσεις και διακινδυνεύουν προβλέψεις, ενέργειες που δύσκολα θα έβρισκαν βήμα σε αμιγώς «επιστημονικό» περιοδικό. Είναι ενδεικτικό ότι έγκριτοι πανεπιστημιακοί γράφουν στον φιλολογικό περιοδικό τύπο, χωρίς μάλιστα να προκαταλαμβάνουν δηλώνοντας την ιδιότητά τους. Έτσι προκαλείται γόνιμη όσμωση ανάμεσα σε δύο χώρους κριτικής που κακώς θεωρούνται στεγανοί και ασύμβατοι. Μονοπώλιο στην εύστοχη φιλολογική-κριτική εργασία, αναλυτική και συνθετική, δεν υπάρχει. Η κριτική απλώς εξαρτάται από την ποιότητα του κρίνοντος.
    3. Δεν ξέρω την πιάτσα και εν γένει δεν ξέρω πολλά. Μπορεί να κάνω λάθος. Κι αν αντιληφθώ ότι η ‘Bιβλιοθήκη’ παραμορφώνει και βλάπτει συγγραφείς και αναγνώστες, θα το πω. Προς το παρόν ενοχλούμαι με πολλές λογοτεχνικές ιστοσελίδες και ιστολόγια.

    Σχόλιο από Λαφοπάτης Στ. — Ιουνίου 22, 2007 @ 10:27 πμ | Απάντηση

  32. Με δικά μου λόγια και κουβέντα ναγίνεται….

    Πολλοί φίλοι, μεταξύ αστείου και σοβαρού, υποστηρίζουν ότι η ποίηση πέθανε (ή πεθαίνει). Δε συμφωνώ μαζί τους. Είναι όμως γεγονός ότι η ποίηση βρίσκεται στις παρυφές του ενδιαφέροντος του ευρύτερου κοινού.
    Στην καλύτερη περίπτωση, ποίηση διαβάζουν όσοι γράφουν (ή έγραψαν ) στίχους.
    Παρά το μεγάλο συνωστισμό των γραφόντων (κάτι που δεν είναι κακό, απεναντίας θα έλεγα) διανύουμε μιαν αντιποιητική περίοδο. Ίσως γιατί σήμερα αμφισβητούνται όλες οι αξίες, ίσως γιατί δεν υπάρχουν οράματα.
    Πολλοί εγκαλούν την ποίηση υποστηρίζοντας την άποψη ότι, σήμερα, δε συνιστά όπλο κοινωνικής παρέμβασης. Πράγματι, οι ποιητές σήμερα παραμένουν εγκλωβισμένοι στην ανάγκη καταγραφής των προσωπικών τους υπαρξιακών ερωτημάτων και κατά κανόνα απευθύνονται εις εαυτούς.
    Κάποιοι φίλοι, στην προκειμένη περίπτωση καλόπιστοι, προσάπτουν στους ποιητές μια ιδιωτική περιχαράκωση (καταφύγιο;) και μια αδυναμία προβολής κοινωνικών αιτημάτων.
    Επικαλούνται μάλιστα (οι φίλοι μου) τα λόγια του Ν. Καρούζου: Η ποίηση όχι μόνο δεν πρέπει να αρνείται την πραγματικότητα αλλά οφείλει να την εξάπτει.
    Θεωρώ, από τη δική μου σκοπιά, πραγματικότητα εκείνη που ορίζεται με ανθρωποκεντρικούς και κοινωνικούς όρους και όχι εγωκεντρικούς. Τα προσωπικά μας ελλείμματα (και ανάγκες) δεν είναι ο ομφαλός της γης.
    Όταν το ποιητικό βλέμμα έχει οικουμενική και κοινωνική σκόπευση, οι προσωπικές μας ανησυχίες αποδυναμώνονται. Τότε άλλες υπαρκτές ανάγκες κυριαρχούν.
    Δεν έχουμε το δικαίωμα π.χ. να παραβλέπουμε τα ασφυκτικά περιβαλλοντικά προβλήματα ή την επικείμενη επανάσταση των πεινασμένων και ακόμη -γιατί όχι- τη ληστρική τακτική του τραπεζικού συστήματος (τυχαίες αναφορές).
    Συστηματικά αγνοούμε τη γενικευμένη βία ή την εγκαταστημένη διαφθορά, και εμείς ψελλίζουμε με νοσταλγικούς τρόπους τις προσωπικές διαψεύσεις ή περιγράφουμε (άδοντες) τις μάταιες προσδοκίες μας.
    Η υπερήφανη, δήθεν, εσωστρέφεια δεν είναι άλλοθι, είναι απλά αδιαφορία ή -και γιατί όχι- μια ένοχη σιωπή
    Φοβάμαι ότι η σύγχρονη ποίηση συντηρείται μέσα σε μια ιδιότυπη μοναχικότητα και ευδοκιμεί, αν ευδοκιμεί, φυγομαχώντας.
    Όσο η ποίηση λειτουργεί με το μοχλό του εγωκεντρισμού και παραμένει απροσδιόριστη στις επιδιώξεις της, θα καταλήγει στα αζήτητα της πλειοψηφίας.
    Φυσικά, ένα ποσοστό ευθύνης επιμερίζεται και στους εκδοτικούς οίκους.
    Είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, άρα επόμενο είναι να μην έχουν σε περίοπτη θέση την ποίηση.
    Απλά (οι εκδοτικοί οίκοι) περιορίζονται στην ανακύκλωση και διακίνηση κειμένων μιας ευρύτερης λογοτεχνικής παρέας, της οποίας τα μέλη αλληλοεπαινούνται και αλληλοευλογούνται.
    Ωστόσο το ποιητικό βλέμμα διαθέτει τη δική του δυναμική. Σίγουρα θα εμφανισθεί ο δραστικός και αναγεννητικός λόγος που θα υπηρετήσει με αυτόνομο τρόπο την ουσία της ύπαρξής μας και θα επαναπροσδιορίσει την εσωτερική αγωνία του ανθρώπου

    Σχόλιο από Παναγιώτης Καρακούλης — Ιουλίου 9, 2008 @ 4:42 πμ | Απάντηση

  33. According to one of the uploaders the following changes have been made to build 7227

    1. Changes in the mechanism for displaying thumbnails in the taskbar.

    2. Pop-Up lists for the panel

    3. Pop-Up lists for Remote Desktop

    4. Applying the settings of the taskbar

    5. Multitouch zoom

    6. Invert selection

    7. You can search for music by artist

    8. View the contents of the search results

    9. Intelligent indexing after installation

    10. Reducing the length of playback sounds system

    11. Changes in the panel Devices and Printers

    12. Changes in the mechanism of extraction devices

    13. Support for FireWire-cameras

    14. Reduction in section in system

    15. Improved driver support

    16. Reducing the paging file

    17. Assigning a letter to boot with two OS loaded

    18. Naming the section reserved for the system.

    There are rumors out there that this build could be fake and that build 7230 will be leaked tomorrow evening.
    to know how the new SP looks and to see the screen shots visit this pageabout windows 7

    Σχόλιο από Richardwasingeot — Φεβρουαρίου 10, 2010 @ 5:12 πμ | Απάντηση

  34. sdfd

    Σχόλιο από SotIrrerogalo — Ιουλίου 1, 2010 @ 5:23 μμ | Απάντηση

  35. hiya

    just registered and put on my todo list

    hopefully this is just what im looking for, looks like i have a lot to read.

    Σχόλιο από Numappomi — Αύγουστος 12, 2010 @ 11:00 μμ | Απάντηση

  36. I’m quite hold with you and utterly franchise you for your uppercase message.If you needtory burch shoes,drop a visit at tory burch boots

    Σχόλιο από tory boots — Φεβρουαρίου 22, 2011 @ 3:51 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: